Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Νίκος Νικολάου Χατζημιχαήλ. Η καρδερίνα γύρισε, διήγημα

 
Το διήγημα που ακολουθεί, άλλη μια αληθινή ιστορία, το αφιερώνω στη μνήμη του πατέρα μου που πέθανε στις 20 Ιουλίου 2007. Γράφτηκε λίγες μέρες μετά τον θάνατό του. Γνώριζα για τα φρικτά βασανιστήρια που υπέστη από τους Τούρκους το ΄74, απέφευγα όμως, να του ζητήσω να ξαναζήσει τα γεγονότα μέσα από μια διήγηση. Αυτό έγινε ύστερα από δεκαετίες λίγα χρόνια πριν πεθάνει. Πρόλαβε και διάβασε το διήγημά μου «Κομπολόϊ από κουκούτσια ελιάς», τη δική του ιστορία δηλαδή, στο βιβλίο μου "Η κόρη του δραγουμάνου" και ήταν περήφανος που το βιβλίο βραβεύτηκε από την πολιτεία. Μου είχε κάνει εντύπωση ότι μέσα σ΄εκείνη την εξαιρετικά πιεστική κατάσταση που επικρατούσε μέσα στην κριθαραποθήκη που τον κρατούσαν αιχμάλωτο μαζί με πολλούς άλλους, μέσα από τον πόνο που ένιωθε από τα φρικτά βασανιστήρια, βρήκε καταφύγιο στην ποίηση. Έφτιαχνε στίχους για να δώσει κουράγιο στον εαυτό του και στους άλλους. Για να μπορέσει να επιζήσει. Και επέζησε. Δεν μπόρεσε όμως, ν΄αντέξει τον θάνατο της πολυαγαπημένης του συζύγου, της πολυαγαπημένης μας μητέρας, που έζησε κι αυτή το δικό της δράμα τις 37 μέρες της αιχμαλωσίας του. Έφυγε τον επόμενο χρόνο.


Νίκου Νικολάου -Χατζημιχαήλ

Η Καρδερίνα γύρισε

[Από τη συλλογή διηγημάτων "20 Διηγήματα", Κάρβας 2014]

Εξαφανίστηκες. Άκουγα όμως, το κλάμα σου. Τριγυρνούσες άσκοπα εδώ κι εκεί και δεν μπορούσες να ησυχάσεις. Δεν μπορούσες να το πιστέψεις. Ξέρω, λυπήθηκες πολύ. Όλοι λυπηθήκαμε. Όλοι μας όμως, σ’ αυτή τη ζωή έχουμε ένα τέλος που κάποτε έρχεται. Κάποτε  θά ΄ρθει και το δικό μου τέλος, κάποτε θα ΄ρθει και το δικό σου. Έτσι είναι.

Αυτό που αρχίζει σε κάποια στιγμή
Κάποια στιγμή θα τελειώσει.

Δεν έχει σημασία το «πόσο» θα ζήσουμε. Σημασία έχει το «πώς» θα ζήσουμε. Κι ο Μάστρε Μιχάλης έζησε τη ζωή του ατενίζοντας τον ήλιο με μάτι αετίσιο. Δεν φοβήθηκε τίποτα. Κι όταν οι Άγγλοι τον χτυπούσαν για να εξαναγκασθεί να υποστείλει την ελληνική σημαία από το σπίτι μας, αυτός τους απαντούσε στη γλώσσα τους ότι δεν θα το έκανε ποτέ όσο και να τον χτυπούσαν. Κι όταν, ύστερα από χρόνια, οι Τούρκοι τον βασάνιζαν με τρόπο εξοντωτικό για να πάρουν πληροφορίες, αυτός μέσα του έφτιαχνε στίχους για να μπορεί να στέκεται όρθιος. Κι όταν τέλος, αυτός ο ίδιος ο Χάρος θέλησε να του πάρει τη ψυχή, δεν την παρέδωσε. Πάλεψε. Έξι ολόκληρους μήνες.

Είχε καταλάβει πολύ νωρίς, όταν δυο χρονών παιδάκι έχασε τον δικό του πατέρα, πως η ζωή του δεν θα ήταν εύκολη. Και δεν ήταν εύκολη. Δεν ήταν εύκολη γιατί προτίμησε να ακολουθήσει τον δρόμο της αρετής.

Δωδεκάχρονος ακόμα, ένιωσε να βαραίνουν οι ώμοι του, μα αμέσως κατάλαβε πως υπήρχε και μια άλλου είδους περιουσία που μπορούσε να αποκτήσει και που κανένας δεν θα μπορούσε να του την πάρει. Η πνευματική. Κανένας μας δεν τον θυμάται χωρίς ένα βιβλίο στο χέρι.  

Εσένα σε βρήκε κάτω από το πιο ψηλό δέντρο της αυλής, τη μαυρομάτα, χωρίς να έχεις ούτε ένα πούπουλο στο σωματάκι σου. Ούτε ένα τόσο δα φτερό. Ήταν ένα πρωινό και κρύωνες πολύ. Δεν θυμάσαι τίποτε. Μια σταλιά ήσουνα. Τι να καταλάβεις. Με φώναξε να ξυπνήσω, κι όταν πλησίασα σ΄ έβαλε στα παιδικά μου χέρια.

-Κράτησέ το ζεστό, μου είπε, μέχρι να ετοιμάσω μια φωλιά κι ένα κλουβί.

Η καρδούλα σου χτυπούσε δυνατά κι ακουγόταν η διαπεραστική μονότονη φωνούλα σου. Σε κρατούσα ζεστό με την ανάσα μου. Τι αίσθηση. Μια σταλιά ζωής. Έτρεμα κι εγώ μη σταματήσει αυτή η καρδούλα. Μα όσο μικροσκοπικό κι αν ήσουνα, είχες και συ το ζεστό παλμό σου. Ένιωθα στη χούφτα μου αυτό τον παλμό που μεταδιδόταν σε όλο μου το σώμα και ταυτίστηκα στον δικό σου ρυθμό.

Όταν τελείωσε η φωληά με το απαλό βαμβάκι και τα πούπουλα σε βάλαμε στο κλουβί και ησύχασες. Άρχιζε όμως, για μένα μια άλλη λαχτάρα. Από μακριά σε παρακολουθούσα στο πιο ψηλό κλωνάρι που σε είχα βάλει, με πολλή αγωνία αν θά ΄ρθει η μανούλα σου. Οι ώρες περνούσαν δύσκολα. Στο τέλος ήρθε. Τρελλάθηκε απ΄ τη χαρά της όταν σε είδε και ήσουν ζωντανό. Φτεροκόπησε γύρω από το κλουβί και κελάηδησε το πιο όμορφο τραγούδι της. Ύστερα σε τάισε και σε πότισε. Αυτό πια γινόταν κάθε μέρα. Και συ μεγάλωνες. Ύστερα απέκτησες φτερά και μετά άρχισες να φτεροκοπάς και συ στο κλουβί. Πόσες ώρες περνούσαμε μαζί εκεί ψηλά. Εσύ στο κλουβί σου κι εγώ στην πλατφόρμα μου. Εσύ το τραγούδι σου κι εγώ τα κλασσικά εικονογραφημένα. Πόσες μέρες. Πόσα χρόνια. Ούτε κι εγώ θυμάμαι τώρα.

Σε κάποια στιγμή όμως, όλα αυτά γύρισαν. Ο Μάστρε Μιχάλης είχε άλλες απόψεις. Ένα πρωινό η ίδια σκηνή όπως αυτή που σε πρωτοβρήκε επαναλήφθηκε. Αντίστροφα όμως. Κατέβασα το κλουβί από το δέντρο και ακολούθησα τις οδηγίες:

Τώρα, βάλε το χέρι προσεχτικά μέσα στο κλουβί  και πιάσε το πουλί. Πρόσεξε μη σου ξεφύγει. Μη το σφίξεις πολύ.  Θα σου πω τι θα κάνεις.

Σ΄ έπιασα στο χέρι μου προσπαθώντας να μη σε σφίγγω πολύ κι ένιωσα πάλι τον ίδιο παλμό. Κτυπούσε δυνατά η καρδούλα σου και συ γυρνούσες το κεφάλι και μας κοιτούσες με απορία.

Εκείνη τη στιγμή, περνούσε μια ομάδα Άγγλων στρατιωτών, όχι πολύ μακριά μας.

Τους βλέπεις αυτούς; είπε ο πατέρας. Τι θέλουν εδώ. Με ποιο δικαίωμα βρίσκονται εδώ στο σπίτι μας. Με ποιο δικαίωμα βρίσκονται στην πατρίδα μας. Γιατί δεν μας αφήνουν να κάνουμε αυτό που θέλουμε εμείς. Γιατί δεν μας αφήνουν ελεύθερους.

Μετά που είπε αυτά, μου φάνηκε πως ο ήχος από τις μπότες τους ακουγόταν πιο δυνατά στην άσφαλτο καθώς προχωρούσαν χωρίς να μας δίνουν σημασία.

Κι αυτό εδώ το πουλάκι, γιατί το κρατάμε στο κλουβί; συνέχισε. Γιατί το κρατάμε; Έχει δικαίωμα να είναι ελεύθερο. Να απλώσει τα φτερά του και να πετάξει όπου θέλει. Αυτοί οι θάμνοι είναι δικοί του.  Και τα δέντρα όλα είναι  δικά του. Και ο ουρανός είναι δικός του. Άφησέ το λοιπόν, να πετάξει. Άφησέ το.

Στην αρχή πήγα να κλάψω. Δεν ήθελα να σε χάσω. Μηχανικά σε τράβηξα προς το στήθος μου, θέλοντας να σε προστατεύσω και κοίταξα τον πατέρα. Δεν ήθελα με τίποτα να σε χάσω.

Ένιωσα το χέρι του στον ώμο μου. Άφησέ το ελεύθερο, επανέλαβε, και τα μάτια του έλαμψαν. Να πετάξει.

Κι εγώ το έκανα. Άνοιξα το χέρι και συ δεν άφησες ούτε στιγμή να χαθεί. Στην αρχή μουδιασμένο όπως ήσουνα, κάθισες σ΄ ένα θάμνο εκεί δίπλα. Και τις επόμενες στιγμές πέταξες μακριά. Η λύπη μου έγινε ξαφνικά χαρά καθώς σε παρακολουθούσα που πετούσες πιο ψηλά κι από τα κυπαρίσσια της αυλής. Ήσουν ελεύθερο.

Δεν χάθηκες όμως. Γύρισες. Την άλλη μέρα εκεί. Ψηλά στη μαυρομάτα. Εγώ στην πλατφόρμα μου με τα εικονογραφημένα κλασσικά μου κι εσύ να τραγουδάς σ΄ ένα κλαδί δίπλα.

Δεν χάθηκες. Με ακολουθείς όπου και να πάω. Χαίρεσαι με τις χαρές μου και λυπάσαι με τις λύπες μου.

Κι εγώ ξέρω ότι δεν θα φύγεις ποτέ. Ποτέ.



Οι στίχοι είναι του Θεοδόση Νικολάου, από την ποιητική του συλλογή Το Σπίτι, σελ. 27, Νεφέλη, 2002     

Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

Η αγία Ρόδη η ποιήτρια, από τον Νίκο Νικολάου - Χατζημιχαήλ

Zούσε μοναχή της έξω από το χωριό στην άκρη τού δάσους. Η ηλικία της ακαθόριστη. Ακόμα και οι πιο ηλικιωμένοι έλεγαν ότι πάντα έτσι την θυμόντουσαν: μια στα­λιά ύπαρξη, ντυ­μένη στα μαύρα, πάντα με ένα με­γάλο μαύρο τριγωνικό μαντήλι στο κεφάλι, που το έλεγε τσίπα, και στο αριστερό της χέρι το μπα­στούνι της, κρεμασμένο από τον καρπό, που το κρατούσε πιο πολύ για προ­στασία παρά για βοή­θημα στο περπάτημα. Προ­στασία από τα σκυ­λιά, βέβαια, και όχι από τους ανθρώπους που την αγαπούσαν και ανησυ­χούσαν όταν αρ­γούσε να κάνει την εμφά­νισή της. Το σακίδιό της κι αυτό μαύρο, πά­νινο, κρεμόταν πότε στον αριστερό και πότε στον δεξί της ώμο και πε­ριείχε τα λίγα τρόφιμα που της έδιναν∙ δεχόταν μόνο εκείνα που είχε απόλυτη ανάγκη, για να μην αυξάνεται το βά­ρος που κουβαλούσε. Το μα­ντήλι της ήταν δε­μένο με τέτοιο τρόπο, που το κεφαλάκι της φαινό­ταν σκοτεινό σχεδόν ανύ­παρκτο και μόνο τα μικροσκοπικά της μά­τια στριφογύριζαν αστα­μάτητα στο ρυθμό τού δεξιού πάντα τανυ­σμένου χεριού της∙ είχε κι αυτό ένα παράξενο πε­ριστροφικό τρέμουλο, όπως και το κεφάλι της, που σίγουρα προερχό­ταν είτε από κάποια πάθηση, είτε από γηρα­τειά. Κανένας δεν είχε δει ποτέ το χέρι της σε κα­τάσταση ηρεμίας. Δεν είχε δόντια, τα σουρω­μένα χείλη της ήταν τρα­βηγμένα προς τα μέσα κι έκαναν το μικρό της πηγούνι να φαίνεται λίγο μεγαλύτερο. Δυσκο­λευόταν στις λέξεις που είχαν σίγμα, αυτό όμως δεν ενοχλούσε κανέ­ναν μια και το νόημα των λόγων της έβγαινε αμέσως χωρίς καμιά προ­σπάθεια.  
Ήταν πραγματικά ένα παράξενο πλάσμα που σίγουρα είχε δραπετεύσει από κάποιο παρα­μύθι. Ζούσε σ’ ένα σπιτάκι, εκεί που τελειώ­νει το δάσος και ξεκινά μια απέραντη κοι­λάδα, η οποία φτάνει μέχρι τις παρυφές τού Πενταδάκτυλου. Το περιεχόμενο του φτωχικού της σπιτιού λιτό. Τα εντελώς απαραίτητα για να επιβιώσει: ένα κρεβάτι-τάβλα, δηλαδή τρεις τέσσερεις σανίδες ενωμένες και τέσσερα χα­μηλά στρογγυλά πόδια, μια κρεμαστή ξύλινη κα­τασκευή, στην οποία φύλαγε το τυρί και ό,τι άλλο φαγώσιμο της έδιναν, και ένα μικρό τραπε­ζάκι που είχε μόνιμα επάνω μια λάμπα πετρελαίου. Στον τοίχο ήταν μια τετράγωνη εσοχή-εικονοστάσι κι εκεί μέσα φύλαγε ένα και μοναδικό παλιό εικόνισμα, την Αγία Ρόδη, η οποία φωτιζόταν αμυδρά από το φυτιλάκι που έκαιγε στο λάδι μιας πράσινης κοντόχο­ντρης καντήλας. Εκεί, ήταν ακόμα ένα αποξηρα­μένο κρίνο, από τον επιτάφιο, μερικά φυτίλια κι ένα κουτί σπίρτα. Η εσοχή καλυπτό­ταν με ένα ειδικό κουρτινάκι που χωριζόταν στα δύο, από τη βάση τού κεντημένου σταυρού ώς κάτω. Κανένας δεν γνώριζε γιατί είχε προτι­μήσει να ζει σ’ εκείνο το σπιτάκι, μακριά από το χωριό. Δεν είχε συγγενείς∙ ούτε στενούς ούτε μακρινούς. Κανένας δεν γνώριζε από πού ήρθε, κάποιοι μόνο έλεγαν πως ήταν Μικρασιάτισσα, μα δεν το έλεγαν με σιγουριά, υπόθεση έκα­ναν. Όλοι όμως γνώριζαν τ’ όνομά της, γιατί ήταν η μόνη ερώτηση, στην οποία απαντούσε αμέσως: Χατζηροδού. 
Η φήμη της έφτανε και στα πιο μακρινά χω­ριά τής περιοχής∙ ήταν η Χατζηροδού, η ποιή­τρια, και δεν το έλεγαν αυτό κοροϊδευτικά. Το έλεγαν, γιατί πραγματικά ήταν ποιήτρια. Κάθε πρωί ξεκινούσε για μια περιοδεία στα γύρω χω­ριά, που διαρκούσε μέχρι το απόγευμα. Και κάθε μέρα ακολουθούσε διαφορετική δια­δρομή. Όχι για να ζητιανέψει, αλλά για να που­λήσει τα ποιήματά της. Και δεν ήταν σε τυπω­μένα βιβλία ή φυλλάδες∙ ήταν ποιή­ματα που έφτιαχνε και απάγγελλε επιτόπου μετά από παραγγελία. Ξεκινούσε το πρωί με αργό σταθερό βήμα και γύριζε το απόγευμα στο φτωχικό της, πλήρως ικανοποιημένη.
Μόλις τη βλέπαμε να ξεπροβάλλει στο δρο­μάκι προς το σπίτι μας, τρέχαμε σαν αστραπή να προλάβουμε ο ένας τον άλλον, για να πά­ρουμε δεκάρες από το συρτάρι τού μπουρό, που έβαζαν γι’ αυτό το σκοπό ο πατέρας κι η μη­τέρα. Όταν πλησίαζε αρκετά, χαιρετούσε τραγου­διστά. Αν βρισκόταν κάποιο κάθισμα δί­πλα της καθόταν, μα η επίσκεψή της δεν διαρ­κούσε και πολύ∙ μόνο όσο χρειαζόταν, για να ταιριά­ξει μερικά στιχάκια και να πάρει την αντα­μοιβή της. 
Βάζαμε τη δεκάρα στο χέρι που έτρεμε, και λέ­γαμε μια λέξη, συνήθως το όνομά μας ή μια δύσκολη πολυσύλλαβη ή κάτι που βλέπαμε μπρο­στά μας, για την οποία θα ταίριαζε τους στίχους. Αυτή ανεβοκατέβαζε το χέρι μερικές φο­ρές, όσο να βρει την τσέπη της για να βάλει μέσα το νόμισμα και ο χρόνος μερικών δευτερολέπτων που μεσολα­βούσε της ήταν αρ­κετός για να συντάξει το ποίημά της, που το έλεγε χωρίς κομπασμό. Εγώ προσπαθούσα να της βάζω τις πιο δύσκολες λέξεις που γνώριζα, μα γι’ αυτήν ποτέ δεν υπήρχε καμιά δυσκολία. Στη στιγμή τη συνταίριαζε με άλλες για να ομοιοκα­ταληκτεί. Κάποτε που της είχα βάλει στο χέρι μια δεκάρα και πρόφερα το δικό της όνομα, αυτή χωρίς χρονοτριβή  μας απάγγειλε τη σύν­θεσή της:

   Είμαι μόνη μου στον κόσμο και με λεν Χατζηροδούν
   Κι αν έβλαψα ψυχή Θεού σαν Τον δουν να του το πουν

Δεν έβλαψε ποτέ κανέναν. Κάποτε όμως στην ώρα τους εφαρμόζονται οι απαράβατοι κανό­νες τού σύμπαντος. Η εκατόχρονη ποιήτρια, ένα απόγευμα, έκλεισε για πάντα τα μάτια, κα­θώς ήταν ακουμπισμένη σ’ ένα πεζούλι έξω από την εκκλησία τού χωριού. Εκείνη τη στερνή στιγμή ταίριαξε και τους τελευταίους της στίχους, γι’ αυτόν που στεκόταν μπροστά της, περιμένοντας:

   Ήρθες να πάρεις την ψυχή κρατώντας το σπαθί σου
   Μα να την πάρεις δεν μπορείς την Ποίηση μαζί σου

Την έθαψαν το ίδιο απόγευμα. Και όταν πήγε μια επιτροπή στο σπιτάκι της, σε μια γωνιά βρή­καν ένα μικρό θησαυρό. Ένα σωρό με νομί­σματα, σκεπασμένο με κουρέλια και πολλά άλλα αντικείμενα. Ήταν, κυρίως, χιλιάδες δεκά­ρες, ουσιαστικά άχρηστες γι’ αυτήν, αντί­δωρα για τον αμητό τής σοφίας της, που πρό­σφερε στον κόσμο μέσω των ποιημάτων της στην πολύχρονη ζωή της.

Στο σπιτάκι της δίπλα έκτισαν στη μνήμη της ένα μικρό εκκλησάκι κι έβαλαν μέσα την ει­κόνα που βρήκαν στο φτωχικό της. Είναι γνωστό σαν το ξωκλήσι τής Αγίας Ρόδης τής ποιή­τριας, μα τώρα, δυστυχώς, μόνο κάποια ερείπια υπάρχουν. Χάθηκε και η εικόνα. Ποιος ξέρει σε ποιο σαλόνι στην Ευρώπη ή στην Αμερική θα βρί­σκεται, ως διαλεχτό και μοναδικό από­κτημα, όπως τόσα άλλα.

[Από τη συλλογή μου "20 Διηγήματα", Κάρβας 2014]


___________________________________________________________________________
Ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ γεννήθηκε στην Κύπρο και σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και έδειξε τη δουλειά του με δύο ατομικές και με αρκετές ομαδικές εκθέσεις. Το 1984 εξέδωσε το χειρόγραφο ποίημα, "Καρπασία" που κυκλοφόρησε εκτός εμπορίου. Η συλλογή διηγημάτων του "Η κόρη του δραγουμάνου", εκδόθηκε από το Μεταίχμιο το 2003 και τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος. Η ποιητική του συλλογή "Διθαλάσσου" εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2012 από τις εκδόσεις Κάρβας. Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορεί από τον Ιανουάριο του 2014 η συλλογή διηγημάτων του "20 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ" και από τον Δεκέμβριο του 2014 η ποιητική του σύνθεση "Πικρόλιθος".  Υπήρξε μέλος της πνευματικής ομάδας που εξέδιδε το περιοδικό τέχνης και προβληματισμού "ο κύκλος". Στο διαδίκτυο διατηρεί πολλά ιστολόγια. Πύλη ιστοχώρου: www.hadjimichael.blogspot.com

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

Υλαγιαλή, του Νίκου Νικολάου - Χατζημιχαήλ

Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ

ΥΛΑΓΙΑΛΗ
[κι απ’ αφορμή, ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ]

Υλαγιαλή, σχέδιο του Νίκου Νικολάου -Χατζημιχαήλ

Μυστηριώδης αλλά γλυκειά, άλλοτε στη σφαίρα της φαντασίας και άλλοτε πραγματική. 

Η ερώτηση ταξίδεψε από τη Χαλκίδα, μέσα σε πραγματικά και εικονικά τηλεφωνικά καλώδια, για να με βρει στη Λευκωσία και ήταν σαφής: «Τι είναι η Υλαγιαλή;» Ομολογώ ότι ξαφνιάστηκα. Δεν γνώριζα τι μπορούσε να αντιπροσωπεύει αυτό το όνομα. Κάτι μου θύμιζε μα, δεν ήμουνα σε θέση να προσδιορίσω ακριβώς. Μπορεί να ήταν το όνομα κάποιου σπάνιου παραδείσιου πουλιού ή κάποιου παράξενου και άγνωστου σε μένα όντος∙ δεν είχα ιδέα. Άρχισα να γράφω τη λέξη με διαφορετικούς συνδυασμούς γραμμάτων, για να δω ποια εικόνα ταίριαζε καλύτερα. Προτιμούσα το ξεκίνημα με το γράμμα Ύψιλον πράγμα που, καθώς είμαι οπτικός τύπος, μου φαινόταν πιο σωστό όπως αργότερα απεδείχθη, αλλά για την ώρα εξακολουθούσα να έχω πλήρη άγνοια τόσο για την ορθογραφία όσο και για την ερμηνεία της λέξης. Μπορούσα, βέβαια, να καταφύγω αμέσως στη διαδικτυακή αναζήτηση και να έχω αποτελέσματα σε κλάσματα δευτερολέπτου, δεν το επιχειρώ όμως, ποτέ αυτό προτού εξαντλήσω τη δική μου μνήμη και γνώσεις.
Χρησιμοποιώ μια μέθοδο αλάνθαστη, για να θυμάμαι πράγματα και καταστάσεις: συσχετίζω την εικόνα της λέξης με μιαν άλλη εικόνα, πραγματική ή φανταστική∙ όπως ακριβώς κάποιοι συσχετίζουν λέξεις με αρώματα ή χρώματα. Η Υλαγιαλή μού πήρε κάποιο χρόνο αλλά το κέρδος μου στο τέλος ήταν πολλαπλό. Έκλεισα τα μάτια κι επανέλαβα πολλές φορές τη λέξη∙ σιγανά, δυνατά, πιο δυνατά μέχρι που εντοπίστηκε ξεκάθαρη η εικόνα: αρχές της δεκαετίας του εξήντα, καλοκαιρινό πρωινό προτού χαράξει, στα καπνοτόπια της Καρπασίας, μαζεύουμε τα νοτισμένα φύλλα του καπνού νυσταγμένοι, σε μια κοιλάδα λίγο έξω από το χωριό. Την πρωινή ησυχία διακόπτει ένα βροντερό κάλεσμα που ακούγεται μια δυο φορές πριν η ηχώ του σβήσει στους λόφους τριγύρω. Δεκάδες φιγούρες από τα γύρω κτήματα ορθώνονται να δουν τι συμβαίνει. «Έλα καλήηηη» ακούστηκε ξανά, κι ο πατέρας τότε χαμογελώντας, σχολίασε: «οι βοσκοί στο χωριό μας διαβάζουν Κνουτ Χάμσουν». Ο βοσκός, στην απέναντι πλαγιά, προφανώς καλούσε την προβατίνα του που είχε ξεμείνει, μα ο πατέρας, είχε ακούσει «Υλαγιαλή»∙ και μας εξήγησε αμέσως ποια ήταν η μυστηριώδης Υλαγιαλή. Δυο τρεις μέρες πριν είδε τα βιβλία που είχα φέρει από το Βαρώσι για το καλοκαίρι, με είχε προλάβει και διάβαζε την Πείνα του Χάμσουν. 
Ένιωσα συγκίνηση που ζωντάνεψε μια εικόνα από το παρελθόν. Έμεινα για λίγες στιγμές με κλειστά μάτια και με τα δάκτυλα στους κροτάφους και συλλογιζόμουνα αν η εικόνα ήταν πραγματική ή ήταν της φαντασίας μου. Γύρισα προς τη βιβλιοθήκη που είναι πίσω από το γραφείο μου κι έσυρα από το δεύτερο ράφι «το εκλεκτό» βιβλιαράκι με τη χαρακτηριστική κίτρινη ράχη.
Το κρατούσα με συγκίνηση στα χέρια μου, θαύμαζα το ωραίο εξώφυλλό του, το χάιδευα και δεν άντεξα: το άρωμα που άφησε το μελάνι στα τυπωμένα στοιχεία με καλούσε να χώσω τη μύτη μου ανάμεσα στις σελίδες. Απίστευτο πραγματικά∙ το βιβλίο διατηρούσε το άρωμά του. Δεν έχασα καιρό, διέτρεξα όλη τη βιβλιοθήκη μου και μάζεψα όλα τα βιβλία της σειράς: η Παναγία των Παρισίων, Αβραάμ Λίνκολν, Αθάνατη Ελλάδα και κάποια άλλα όπως την Ευλογία της Γης σε μετάφραση του Άρη Δικταίου, που είναι από τη βιβλιοθήκη του  πατέρα, γιατί ήθελε να μάθει «τι ήταν αυτός που συνεργάστηκε με τους Γερμανούς Ναζί και έγραφε για την ευλογία της γης και, τι ήταν αυτό που έγραψε». Όλα τα βιβλία με το άρωμά τους.
Όσοι γνώρισαν το βιβλίο από τη φωτοσύνθεση και μετά δεν γνωρίζουν το άρωμα του βιβλίου για το οποίο μιλώ. Στη σημερινή εποχή δεν μιλάμε πια για άρωμα, κάθε άλλο∙ μάλλον για το αντίθετο. Μαζί με το άρωμα χάθηκαν και πολλά άλλα πράγματα όπως το ξάκρισμα του βιβλίου. Το προσεκτικό δηλαδή κόψιμο των φύλλων με χαρτοκόπτη. Φυλάγω με πολλή συγκίνηση έναν χαρτοκόπτη, μοναδικό δώρο του πατέρα μου από ένα ταξίδι του στην Ελλάδα. Τώρα τα πιο πολλά βιβλία προσφέρονται φρεσκοκαθαρισμένα, έτοιμα για ανάγνωση. Αυτό δεν σημαίνει ότι χάθηκαν και οι καλοί αναγνώστες. Κάθε εποχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά. Το βιβλίο δεν έχει πεθάνει και δεν θα πεθάνει ποτέ. Όσο ο άνθρωπος έχει δάκτυλα θα έχει και κάτι στα χέρια του να φυλλομετρά. Δεν εννοώ τα σημερινά ηλεκτρονικά βιβλία αλλά τα αυριανά βιβλία που τα φύλλα τους θα έχουν πραγματική υφή χαρτιού, οι σελίδες θα "κατεβαίνουν" και θα γεμίζουν με το θέμα της επιθυμίας μας, θα έχουμε τόσες επιλογές (ή και προεπιλογές) που σε λίγα λεπτά θα δημιουργούμε εκτυπωτικά το ιδανικό μας βιβλίο. Κι ύστερα, τα βιβλία θα είναι …όπως δεν τα σκέφτηκε κανένας ακόμα…


Ας έρθω τώρα ξανά στην Υλαγιαλή: Στην Πείνα, ένα από τα πρώτα έργα του Χάμσουν και από τα ωραιότερα τής παγκόσμιας λογοτεχνίας, που έχει μεταφραστεί σε όλες σχεδόν τις γλώσσες του κόσμου, περιγράφεται η περίοδος της ζωής ενός νέου που προσπαθεί να γίνει συγγραφέας και αντιμετωπίζει το φάσμα της πείνας που μαζί με το σώμα τού τσακίζει τα νεύρα και τη ψυχή. Τις δύσκολες αυτές στιγμές απαλύνει η γλυκειά παρουσία της Υλαγιαλής, μιας κοπέλας κάποτε φανταστικής και  κάποτε πραγματικής. Στην Πείνα ο Χάμσουν περιγράφει τη δική του ζωή.
Η Υλαγιαλή εμφανίζεται και σ΄ένα διήγημα τού Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, Υλαγιαλή της Γέφυρας, από τη συλλογή του Λιμενάρχης Ευρίπου, Κέδρος 1993. Τους υπέροχους στίχους από το διήγημα αυτό, τους έντυσε με υπέροχη μουσική ο Ορφέας Περίδης στο γνωστό ομώνυμο τραγούδι του:


Γλυκό μ' αστέρι του Βοριά,
τώρα που σβήνουνε τα φώτα,
πάρε μακριά μου τη βαριά σκιά,
και δωσ' μου ρότα...

Υλαγιαλή, Υλαγιαλή, Υλαγιαλή,
μέσα στη νύχτα με πηγαίνουν οι ανέμοι,
κι όπου πατήσω και σταθώ σαν το πουλί,
τρέμει η καρδούλα μου και το φτερό μου τρέμει...

Άβυσσος άγρυπνη που πάντα με καλεί,
και σέρνει εκεί, σέρνει εκεί πέρα την ψυχή μου,
Υλαγιαλή, Υλαγιαλή,
λάμψε καλή σαν αστραπή χρυσού και ασήμου...

Διαβάστε αποσπάσματα από την Πείνα και ακούστε μουσικές συνθέσεις για την Υλαγιαλή εδώ: www.bloglogios.blogspot.com