Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΙΖΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ - ΣΚΑΛΙΣΤΗΡΑΚΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΙΖΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ - ΣΚΑΛΙΣΤΗΡΑΚΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Χριστούγεννα. Η σημασία μέσα από τη σημειολογία τους, από τη Νίκη Σουρά

Η αναζήτηση της αρχικής σημασίας των λέξεων μέσω της ετυμολογικής ανάλυσής τους, αλλά και η μελέτη της μεταβολής αυτής της αρχικής σημασίας με την πάροδο του χρόνου αποτέλεσε το βασικό πεδίο ενδιαφέροντος της ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας, κατεύθυνσης που δέσποζε στα πρώτα βήματα της γλωσσολογικής επιστήμης. Παραμένοντας σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε τη σημασία της λέξης των Χριστουγέννων στην ετυμολογική ανάλυσή της στα δομικά στοιχεία της.

Σύνθετη η λέξη που μας ενδιαφέρει, αναλύεται σε Χριστός και γέννα, δηλώνοντας σαφώς την ημέρα γέννησης του Θεανθρώπου, του Υιού του Θεού κατά την χριστιανική θρησκεία. Η λέξη, όμως, ήδη κατά την πιθανή δημιουργία της έχει αποκτήσει ευρύτερο σημασιολογικό περιεχόμενο. Καθώς οι γλωσσολόγοι διαπίστωναν και εξαρτούσαν την έννοια της σημασίας και την ερμηνεία της από το ενδογλωσσικό και το εξωγλωσσικό περιβάλλον, η γλωσσολογική επιστήμη μετατόπιζε ολοένα και περισσότερο το βάρος από την ελάχιστη σημασιολογική μονάδα στη μέγιστη σημασιολογική δομή, που είναι το κείμενο και στη συσχέτισή της με υποκειμενικούς, εκφραστικούς, κοινωνικούς, ιστορικούς και βιωματικούς παράγοντες.

Υπό αυτήν τη θεώρηση, τα Χριστούγεννα αποκτούν τη γνωστή σημασία της χριστιανικής γιορτής κατά την οποία εορτάζεται η γέννηση του Θεανθρώπου και του ελπιδοφόρου μηνύματος αυτής. Και βέβαια από εκεί και πέρα αρχίζει και ένα πλήθος ερμηνειών, σημασιολογικών και σημειολογικών προσεγγίσεων τις οποίες προσθέτει στην λέξη η ανθρώπινη διάθεση και δραστηριότητα. Η αρχική σημασία της χριστιανικής γιορτής, σύμφωνα με την οποία ο ερχομός του Χριστού στον κόσμο μας κομίζει στην ανθρωπότητα την ελπίδα και η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο διαχέεται και πολλαπλασιάζεται ως αγάπη του ανθρώπου προς τον συνάνθρωπο εμπλουτίζεται. Η γιορτή, στη διάρκεια των αιώνων αλλάζει ως προς τον τρόπο εορτασμού, περνάει ως κοινωνικό φαινόμενο σε διαφορετικούς λαούς και θρησκείες, διατηρεί όμως πάντα το βασικό μήνυμα της αγάπης. Πάντα; Κάπου εδώ διατυπώνονται ενστάσεις.

Τα ήθη και τα έθιμα των Χριστουγέννων είναι για πολλούς το μέσο διατήρησης του μηνύματος και σύνδεσής του με την παράδοση. Κάλαντα, ύμνοι, καλικάντζαροι, στολισμοί, γλυκά και ευχές διατηρούνται, αναβιώνουν ή και ανανεώνονται σε μια προσπάθεια δημιουργικής διατήρησης του διαχρονικού μηνύματος. Όμως, συχνά το έθιμο της ανταλλαγής των δώρων, που σκοπό έχει να ενισχύσει το συναίσθημα της γενναιοδωρίας και της προσφοράς ως εκδήλωσης των συναισθημάτων μας αποκτά έντονα υλικό χαρακτήρα που με τη σειρά του αποδομεί τον αρχικό του χαρακτήρα. Αν μάλιστα λάβουμε ως παράδειγμα χριστουγεννιάτικους εορτασμούς σε καιρούς γενικότερης οικονομικής ευημερίας, τόσο τα δώρα όσο και άλλες εκδηλώσεις στολισμού και εορτασμού αποκτούν διαστάσεις υλισμού.

Και αν τα δώρα αποτελούν ήδη εξ ορισμού αντανάκλαση της εκκοσμίκευσης των Χριστουγέννων ως υλικά αγαθά, πλήθος άλλων Χριστουγεννιάτικων εκδηλώσεων έρχονται να προστεθούν στη λίστα των καταναλωτικών συνηθειών. Τα κάλαντα από χαρμόσυνη αναγγελία της γιορτής αποκτούν ωφελιμιστικό χαρακτήρα αποσκοπώντας στο αντίτιμο, ο στολισμός των σπιτιών καθίσταται υπερβολικός και αυτοσκοπός, τα γλυκά και τα φαγητά σε αφθονία και πληθώρα, έθιμα προχριστιανικά του κάθε λαού, όπως οι καλικάντζαροι στην Ελλάδα, ομαλά ενταγμένοι στην χριστιανική γιορτή επί αιώνες δείχνουν να εξοβελίζονται από παγκοσμιοποιημένα σύμβολα του σύγχρονου καταναλωτισμού.

Ένα τέτοιο σύμβολο παραποίησης και ίσως εκμετάλλευσης του νοήματος αποτελεί ο Άγιος Βασίλης. Γνωστή η φιγούρα του ανά τον κόσμο, η καλοκάγαθη μορφή με την κόκκινη στολή, την άσπρη γενειάδα και τα ροδαλά μάγουλα, σαν άλλο σύμβολο ευημερίας, επισκέπτεται τα παιδιά όλου του κόσμου για να φέρει δώρα. Η συνήθεια υιοθετείται παγκοσμίως, ακόμα και σε περιοχές όπου τα Χριστούγεννα δεν έχουν θρησκειολογικούς ή ιστορικούς λόγους εορτασμού, όπως η Ιαπωνία. Στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης πια του καταναλωτισμού και όχι του υγιούς συγκρητισμού σε λαογραφικό επίπεδο, το Πνεύμα των Χριστουγέννων των Βόρειων λαών της Ευρώπης συγχέεται με τον Άγιο Βασίλειο της Ορθοδοξίας και των ευρύτερων εορτασμών του Δωδεκαημέρου που περιλαμβάνουν την Πρωτοχρονιά και καταλήγουν στην κοινή μορφή του Άγιου Βασίλη, ενός διαφημιστικού κατασκευάσματος της γνωστής αμερικάνικης εταιρίας αναψυκτικού, που σκοπό είχε την αύξηση των πωλήσεων ενός προϊόντος, που αρχικά πωλείτο στα φαρμακεία για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης. Η αντικατάσταση της ασκητικής μορφής του Επισκόπου Καισαρείας, με το πλούσιο πνευματικό και φιλανθρωπικό έργο από ένα εμπορικό καθαρά σύμβολο υπογραμμίζει την εμπορευματοποίηση και εκκοσμίκευση των Χριστουγέννων με εμβληματικό τρόπο και αναζητώντας κάποια σημεία σύγκλισης θα μπορούσαμε μόνο να αναφέρουμε την προσφορά και την χαρά που και οι δύο άνδρες φέρνουν στα σπίτια των ανθρώπων και ιδιαίτερα στα μικρά παιδιά.

Επιστρέφοντας στην γλωσσολογική μας θεώρηση και ψηλαφίζοντας την πνευματικότητα, που αδιαμφισβήτητα διακηρύσσει την ουσία της γιορτής, θα παρατηρήσουμε ότι η λέξη ετυμολογείται από την αρχαία ελληνική πνεύμα, που με τη σειρά της προέρχεται από τα αρχαία πνέω και πνοή. Αρχική σημασία της λέξης πνεύμα αποτελούσε η πνοή, ο άνεμος, στο λεξιλόγιο όμως της Βίβλου χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει το Άγιο Πνεύμα, αλλά και τα υπόλοιπα κακά πνεύματα, ενώ αργότερα η λέξη δήλωσε τις διανοητικές ικανότητες ενός ατόμου, που του επιτρέπουν να κινείται στον κόσμο των ιδεών, την εσωτερική του υπόσταση, βούληση και σκέψη (Λεξικό της Νέας Ελληνικής, Γ. Μπαμπινιώτη, 1998). Αναλογιζόμενοι λοιπόν και τις προηγούμενες παρατηρήσεις για τα σύμβολα της γιορτής και τις προεκτάσεις της γίνεται κατανοητό πώς η σύγχρονη αντίληψη για τον εορτασμό της την απομακρύνει από την πνευματικότητα, της αποδίδει κοσμικό χαρακτήρα και μάλιστα με έντονο το στοιχείο της εμπορικής δραστηριότητας με χαρακτηριστικά άκριτου καταναλωτισμού.

Η απομάκρυνση αυτή από την θρησκευτικότητα ενώ είναι συχνά δεδομένη δεν σημαίνει ότι αξίζει τον αφορισμό. Ο άνθρωπος διαθέτει διττή υπόσταση, τα υλικά αγαθά αποτελούσαν πάντα επιδίωξή του. Η ισορροπία ανάμεσα στην υλική και πνευματική πλευρά του ήταν και είναι και εδώ ζητούμενο. Αναζητώντας λοιπόν το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων θα ήταν σκόπιμο και χρήσιμο εδώ να αναλογιστούμε κάποια πορίσματα και διδάγματα της σύγχρονης γλωσσολογικής θεώρησης. Οι λέξεις είναι σύμβολα που εμείς ορίζουμε για τα πράγματα και βρίσκονται σε σχέση αναφοράς με αυτά. Αυτήν ακριβώς την σχέση ερμηνεύει η σημασία, την αντικατάσταση της πραγματικότητας με σημεία. Ανατρέχοντας στις διάφορες προτάσεις ορισμών που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς από γλωσσολόγους και γλωσσολογικές σχολές, θα καταλήγαμε στο ότι οι περισσότεροι ίσως θα συμφωνούσαν με μια θεώρηση της σημασίας μέσω της θέσης που έχει μια λέξη στο σημασιολογικό σύστημα της γλώσσας και των σχέσεων που αναπτύσσει χρησιμοποιούμενη σε συγκεκριμένες προτάσεις. Σε τελική ανάλυση, μέσω των βιωματικών απηχήσεων και των προσωπικών και ευρύτερα κοινωνικών επιλογών μας, εμείς οι ίδιοι δίνουμε νόημα στις λέξεις˙ γιατί λοιπόν η απόδοση νοήματος στις μέρες των Χριστουγέννων να μην είναι επίσης δική μας υπόθεση και επιλογή;


Βιβλιογραφία
Λεξικό της Νέας Ελληνικής, Γ. Μπαμπινιώτης, 1998

Εισαγωγή στη σημασιολογία, Γ. Μπαμπινιώτης, 1985

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Το σκαλιστηράκι των λέξεων. "Παραδοσιακά παιχνίδια", από τη Νίκη Σουρά

Τα παραδοσιακά παιχνίδια

Οι λέξεις που “σκαλίζουμε” σήμερα είναι γνωστές σε όλους, μικρούς- μεγάλους. Για τους μικρούς μας φίλους συμβολίζουν τη χαρά του παιχνιδιού, όχι του πλαστικού, αυτού που πουλάει το μεγάλο παιχνιδάδικο, αλλά του παιχνιδιού της παρέας, του κήπου, της σχολικής αυλής, της παραλίας, της γειτονιάς, της ξεχασμένης αλάνας.. Για εμάς τους μεγαλύτερους οι λέξεις κουβαλούν νοσταλγία, αντηχούν τις φωνές των παιδικών μας φίλων, φανερώνουν τις γρατζουνιές από τα παιδικά χτυπήματα, τους τσακωμούς στη γειτονιά, τις κατσάδες των μαμάδων για την αργοπορία μας, τις διαχρονικές μυρωδιές του ελληνικού καλοκαιριού, των διακοπών μας. Ας τις σκαλίσουμε ,λοιπόν, αναζητώντας στις ρίζες των λέξεων και τις δικές μας ρίζες.

Κυνηγητό

Πρόκειται για το γνωστό ομαδικό παιχνίδι κατά το οποίο τα παιδιά κυνηγιούνται μεταξύ τους και προσπαθούν να πιάσει το ένα το άλλο. Η ετυμολογία της λέξης μας οδηγεί στο ρήμα ʻκυνηγώʼ από το αρχαίο <κυν (όπου κύων-κυνός σημαίνει σκύλος)+ ηγός (με έκταση του αρχικού φωνήεντος του άγω κατά την σύνθεση). Αρχική σημασία της λέξης ήταν: οδηγώ τους κυνηγετικούς σκύλους.

Σύμφωνα και με την ετυμολογία, λοιπόν, πρόκειται για απαιτητικό παιχνίδι που απαιτεί ταχύτητα και αντοχή ταυτόχρονα. Όσοι από εμάς έχουν επιδοθεί σε αυτό μπορούν να το επιβεβαιώσουν. Διέπεται βέβαια από κανόνες (άλλωστε το παιχνίδι διαθέτει παιδαγωγική αξία εισάγοντας το παιδί στη λειτουργία και τους κανόνες της κοινωνίας). Εκτός από τον πάγιο κανόνα που απαγορεύει τις αδικίες και τις ζαβολιές, όταν ένα παιδί πιάνεται πρέπει να πάει ʻφυλακήʼ. Υπάρχει και "ξελέ", δηλαδή να πάει το παιδί που δεν κυνηγάει στο παιδί που είναι πιασμένο, να το ακουμπήσει και έτσι ελευθερώνεται. Αν όμως κάποιος φύγει από την φυλακή χωρίς  "ξελέ" βγαίνει από το παιχνίδι. Επίσης υπάρχει και "μάνα", δηλαδή αυτό το παιδί που δεν κυνηγάει να πάει εκεί και έτσι αυτός που κυνηγάει δεν μπορεί να τον πιάσει.        

Κρυφτό

Ομαδικό παιχνίδι κι αυτό, στο οποίο ένα παιδί προσπαθεί να βρει πού κρύβονται οι συμπαίκτες του. Η ετυμολογία της λέξης μας οδηγεί στο αρχαίο ʻκρύπτωʼ, με ανάλογη της σημερινής σημασία. Μπορούν να παίξουν από 3 άτομα και πάνω. Το παιδί που φυλάει μετράει με κλειστά μάτια και ακουμπώντας το πρόσωπο στον τοίχο  ανά 5 μέχρι το 100 ή το 200. Μόλις τελειώσει προειδοποιεί λέγοντας "φτου και βγαίνω"  και αρχίζει να ψάχνει  τα παιδιά. Όταν βρει ένα παιδί λέει "φτου" και το όνομα του παιδιού. Το παιδί μπορεί, όταν αυτός που φυλάει είναι μακριά να πει "φτου" και το όνομα του παιδιού που φυλάει. Το τελευταίο παιδί πρέπει να πει "φτου ξελευθερία" για να ξαναφυλάξει το ίδιο παιδί. 'Αμα αυτό δεν γίνει, τότε φυλάει το παιδί που "έφτυσε" πρώτο.

Οι παλιότεροι ίσως θυμούνται λέξεις χαρακτηριστικές όπως "κολωνάκι" ή "περιπτεράκι" που σημαίνει ότι το παιδί που φυλάει στέκεται συνέχεια μπροστά από το μέρος που φυλάει και δεν αφήνει στους άλλους περιθώριο να βγουν. Επίσης η φράση "τα κλούβιασε" σημαίνει ότι είδε ένα άτομο αλλά το πέρασε για κάποιο άλλο. Τα σημερινά όμως παιδιά θα μας υπενθυμίσουν την πρόοδο καθώς κάνουν time ήtimeoutγια να παγώσουν τον χρόνο του παιχνιδιού.

Στο κρυφτό ξεχωρίζω τη φράση "φτουξελευθερία για όλους", που σημαίνει ότι τα παιδιά που βρέθηκαν δεν μπορούν να φυλάξουν στον επόμενο γύρο και φυλάει πάλι ο ίδιος. Τα παιδιά που μεγάλωσαν στο κέντρο της Αθήνας δεν είχαν ανοιχτούς χώρους για παιχνίδι, συχνά όμως έβλεπαν στους τοίχους τη φράση γραμμένη ως σύνθημα από τα μεγαλύτερα παιδιά που έκαναν την επανάστασή τους.

Αμπάριζα

Παιδικό παιχνίδι ανοιχτού χώρου, κατά το οποίο δύο ομάδες παιδιών κυνηγούν και προσπαθούν να αιχμαλωτίσουν η μία την άλλη. Κάθε ομάδα έχει ένα ʻσπίτιʼ, συνήθως κολόνα ή δέντρο. Στην αρχή ένα παιδί από τη μια ομάδα "παίρνει αμπάριζα και βγαίνει" για να προκαλέσει τους παίχτες της άλλης ομάδας να τον κυνηγήσουν. Τότε κάποιος απ' την αντίπαλη ομάδα "παίρνει αμπάριζα και βγαίνει" και τον κυνηγάει. 'Ετσι βγαίνουν και τ' άλλα παιδιά κυνηγούν.

'Οταν κάποιο παιδί πιάσει ένα παίχτη της αντίπαλης ομάδας, τον πάει στη φυλακή, που είναι συνήθως κοντά στην κολόνα του. Οι παίχτες της ομάδας του παιδιού που είναι φυλακισμένο, πρέπει να το ακουμπήσουν για να ελευθερωθεί. Σκοπός του παιχνιδιού είναι ν' ακουμπήσει ένας παίχτης την κολόνα της αντίπαλης ομάδας, οπότε να ανακηρυχθεί νικήτρια η ομάδα του.

Η ετυμολογία της λέξης ανάγεταικατά πολλούς (βλ. και Λεξικό Μπαμπινιώτη) σε αλβανική ρίζα <ambarezë και τονίζει έτσι τον υπερεθνικό χαρακτήρα του παιχνιδιού ενώ θα λέγαμε ότι συμβολίζει και  την αρμονική συνύπαρξη των πληθυσμών. Σύμφωνα με άλλη άποψη, πρόκειται για  είδος αντιδανείου, αφού η αμπάρα, ιταλικής αρχής, πέρασε από τα ελληνικά στα αλβανικά. Οι καταλήξεις σε -ιζα είναι ένδειξη αλβανικής προέλευσης, και στα τοπωνύμια.

Σβούρα

Η σβούρα  είναι το γνωστό κωνικό αντικείμενο από ξύλο, μέταλλο ή πλαστικό, με το οποίο παίζουν τα παιδιάστηρίζοντάς το όρθιο στο έδαφος και κάνοντάς το να περιστρέφεται. Η λέξη είναι ηχομιμητική, παραγόμενη από την χαρακτηριστικό θόρυβο της σβούρας.

Μέσα στην πληθώρα των σημερινών παιχνιδιών θα περίμενε κανείς ότι τα σύγχρονα παιδιά θα σνόμπαραν το ʻταπεινόʼ αυτό παιχνίδι. Συχνά όμως γονείς και μεγαλύτεροι ξαφνιαζόμαστε από την δυναμικότητα των απλών πραγμάτων. Μια σβούρα ή ένα μπαλόνι κρατούν απασχολημένα τα μικρότερα παιδιά για ώρα.. Βέβαια ακόμα πιο οικεία ηχεί στα αυτιά μας η φράση ʻστριφογυρνάει  σαν τη σβούραʼ ή ʻτουσβούριξε μια σφαλιάραʼ.

Στα χρόνια των μπαμπάδων μας πάντως το παιχνίδι περιελάμβανε και κανόνες. Τα παιδιά σχεδίαζαν ένα μεγάλο κύκλο και γύρω από το κέντρο τοποθετούσαν όσες σβούρες περισσότερες μπορούσαν ή είχαν. Έπειτα, κρατώντας μια σβούρα προσπαθούσαν  να την χτυπήσουν στο κέντρο του κύκλου και να διώξουν όλες τις υπόλοιπες μακριά.  Η σβούρα που κρατούσαν στο χέρι έπρεπε  να είναι δεμένη μ' ένα σκοινί απ΄την μύτη (κάτω-κάτω) έως την λαβή (πάνω-πάνω). Με αυτόν τον τρόπο γυρνούσε  πιο εύκολα. Οι σβούρες που πετύχαιναν να βγάλουν έξω απ' τον κύκλο γίνονταν  δικές τους. Τα παιδιά έπαιζαν με την σειρά τους και ξεχωριστά, ώστε να είναι ευδιάκριτο ποιες σβούρες έβγαζε κάθε παιδί έξω από τον κύκλο.

 Κουτσό

Το παιδικό παιχνίδι, στόχος του οποίου είναι η εκτέλεση καθορισμένων βημάτων μέσα σε συγκεκριμένα (σχεδιασμένα στο δάπεδο) σχήματα, ισορροπώντας στο ένα πόδι με μικρά πηδηματάκια. Ετυμολογικά συσχετίζεται με το επίθετο κουτσός, που σχηματίστηκε με απόσπαση από σύνθετες λέξεις και σημαίνει: αυτός που χωλαίνει ή είναι ανάπηρος στο ένα ή και στα δύο πόδια.

Το παιχνίδι ξεκινούσε χαράζοντας με κιμωλία σε στέρεο έδαφος μερικά συνεχόμενα αριθμημένα τετράγωνα. Αφού καθόριζαν τον τρόπο με τον οποίο θα έβγαινε η σειρά των παικτών ξεκινούσαν.  Το κάθε παιδί έριχνε μια μικρή επίπεδη πέτρα ή ένα καπάκι από αναψυκτικό, την "αμάδα" στο πρώτο τετράγωνο. Μετά πηδούσε στο τετράγωνο αυτό στηριζόμενο  μόνο στο ένα πόδι. Από την κίνηση αυτή προέρχεται και η ονομασία. Προσπαθούσε έπειτα  να κλοτσήσει την αμάδα έτσι ώστε να περάσει στο επόμενο τετράγωνο. Το παιδί έχανε τη σειρά του  αν η αμάδα βρισκόταν. Το παιχνίδι τελείωνε όταν κάποιος έφτανε στο τελευταίο τετράγωνο και έβγαζε  την αμάδα έξω.

Κι όσο παλιομοδίτικα κι αν ηχούν ίσως αυτά τα παιχνίδια σε κάποιους, πολύ θα θέλαμε να είχαμε τ       ις αντοχές και την ξεγνασιά να …ʻπαίζαμε τις αμάδεςʼ, όπως μας θυμίζει κι ο  Σαββόπουλος στους δικούς του «Αχαρνής»..







Ο ριζοσυλλέκτης -1- Οι λέξεις και η σημασία τους, από τη Νίκη Σουρά

Αναπόσπαστο στοιχείο του χώρου του βιβλίου αποτελεί η γλώσσα. Λόγια, λέξεις, φράσεις, γράμματα, γλωσσικές επιλογές ξεδιπλώνουν μπροστά μας  και μέσα από τα βιβλία μια άλλη πραγματικότητα, αυτή του συγγραφέα και του οράματός του. Ας δούμε, λοιπόν, την ετυμολογία, την αρχική δηλαδή μορφή και σημασία κάποιων λέξεων κατεξοχήν συνυφασμένων με τον ευρύτερο χώρο των εκδόσεων και του βιβλίου.

Ανάγνωση
Όλα ξεκινούν με την ανάγνωση. Για τους «βιβλιοφάγους», η κατανόηση του περιεχομένου ενός γραπτού κειμένου, αλλά και η διαδικασία και τελετουργία της ανάγνωσης είναι το ζητούμενο. Ανάγνωση βέβαια καλούμε και την προφορική απόδοση ενός γραπτού κειμένου, το σχολικό μάθημα, αλλά και φιλολογικά τον τρόπο αποδόσεως και ερμηνείας ενός πολυσήμαντου μηνύματος από δεδομένο κείμενο, γραπτό ή προφορικό. Η τελευταία μάλιστα χρήση της λέξης απαντάται ιδιαίτερα αγαπητή σε δημοσιογράφους, πολιτικούς και χειριστές δημοσίου λόγου, οι οποίοι συχνά επικαλούνται τις «πολλαπλές αναγνώσεις των μηνυμάτων».
Αξίζει, όμως, στη συγκεκριμένη λέξη να αναφερθούμε περαιτέρω στην ετυμολογία της, η οποία αναζητείται στην αρχαία ελληνική «ανάγνωσις», με αρχική σημασία «αναγνώριση, ενθύμηση» από το αρχαίο <ἀνά + γιγνώσκω, όπου γιγνώσκω «γνωρίζω». Η ανάγνωση, λοιπόν, για τους αρχαίους συνδεόταν με την Πλατωνική θεώρηση της «ενθύμησης». Διαβάζοντας, δηλαδή, ξαναγνωρίζουμε αυτά με τα οποία ήδη έχει έρθει σε επαφή η ανθρώπινη ψυχή (θεώρηση φιλοσοφική).

Βιβλίο
Το βιβλίο, με τη μορφή που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, την έντυπη, τίθεται υπό αμφισβήτηση. Ένθερμοι υποστηρικτές του συχνά χαρακτηρίζονται οπισθοδρομικοί και ρομαντικοί από τους υπέρμαχους των ηλεκτρονικών εκδόσεων και εντύπων. Σε αυτούς τους διαπληκτισμούς συνήθως κριτής είναι ο χρόνος, αξίζει όμως να αναφερθεί ότι η αναζήτηση της ετυμολογίας της λέξης μας οδηγεί στο αρχαίο «βιβλίον» (από το βυβλίον με προληπτική αφομοίωση του –υ- σε –ι-), το οποίο με τη σειρά του μας παραπέμπει στην φοινικική πόλη Βύβλο, από όπου γινόταν η εισαγωγή του κατεργασμένου πάπυρου. Αποδίδει, λοιπόν, η λέξη λόγω ρίζας το σύνολο των χειρόγραφων ή τυπωμένων φύλλων χαρτιού που συρράπτονται και εκδίδονται σε αντίτυπα, χωρίς βέβαια αυτό να είναι περιοριστικό για την χρήση της, καθώς οι λέξεις, στο πέρασμα των χρόνων εμπλουτίζουν ή τροποποιούν τη σημασία τους συμπλέοντας με τις εξελίξεις.

Γραφή
Ανάμεσα στις πολλές δραστηριότητες που προέκυψαν από την θέληση του ανθρώπου να ξεφύγει από το πεπερασμένο και να κατακτήσει την αιωνιότητα εντάσσεται και η γραφή. Η επινόηση σημειολογικού συστήματος για την αποτύπωση του λόγου πάνω σε μια επιφάνεια ξεπέρασε τα εμπόδια της περιορισμένης προφορικής επικοινωνίας.
Ετυμολογικά, η λέξη αποτελεί το ουσιαστικό της λέξης «γράφω», της οποίας η αρχική αρχαία σημασία «χαράζω ελαφρά, ξύνω» δικαιολογεί την εξέλιξή της, αφού τα πρώτα γράμματα χαράσσονταν πάνω σε μαρμάρινες, ξύλινες ή κηρωμένες επιφάνειες. Αν μάλιστα θέλουμε να αναφερθούμε και σε ιστορικά γλωσσολογικά στοιχεία, η ελληνική γραφή αποτελείται από τον συνδυασμό του φοινικικού συστήματος, όπου τα γράμματα συμβόλιζαν σύμφωνα, με την ελληνική επινόηση της ξεχωριστής δήλωσης των φωνηέντων, η δε λατινική γραφή, που χρησιμοποιείται ευρύτατα σήμερα έχει ελληνική προέλευση επίσης.

Μετάφραση
Λέξη κομβική για τον χώρο του βιβλίου. Συχνά γίνεται λόγος για «κατά λέξη», για «ελεύθερη» ή «λογοτεχνική» μετάφραση. Η διαδικασία αυτή της μεταφοράς και απόδοσης ενός κειμένου σε γλώσσα διαφορετική από αυτήν της σύλληψης και παραγωγής του,το καθιστά οικουμενική και πανανθρώπινη κληρονομιά. Πρόκειται για σύνθετη λέξη, με ετυμολογία από το <μετά + φράζω, όπου φράζω με τη σημασία του «δηλώνω, δείχνω, εκφράζω».

Έκδοση
Παράλληλη η πορεία της λέξης με αυτήν του βιβλίου. Η αρχική σημασία της, δηλαδή η τύπωση και δημοσίευση πρωτότυπου ή παλαιότερου έργου σε πολλά αντίτυπα και η διάθεσή τους στην κυκλοφορία, διευρύνθηκε και ακολουθώντας τα τεχνολογικά επιτεύγματα συμπεριέλαβε την ηλεκτρονική μορφή έκδοσης, που για παράδειγμα κυκλοφορεί και διαβάζεται στο διαδίκτυο (π.χ. ηλεκτρονική έκδοση εφημερίδας). Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα εκδίδωμι. Με τη σημασία της δημοσίευσης βιβλίου απαντάται για πρώτη φορά στους ελληνιστικούς χρόνους για τις εκδόσεις έργων από τους αρχαίους γραμματικούς.