Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Κουκλόσπιτο, πικραμύγδαλο και άλλα γλωσσικά τερτίπια…, από την Κατερίνα Φραγκοπούλου

Στη γλώσσα μας υπάρχουν πολλές φαινομενικά απλές λέξεις όπως στάχτη, τζάκι, σπίτι, ζέστη, χειμώνας, σκύλος. Σε αυτές τις λέξεις έρχονται να προστεθούν και κάποιες, ακόμα, λεξούλες, λιγάκι πιο περίπλοκες, οι λεγόμενες σύνθετες λέξεις.

Παραδείγματα σύνθετων λέξεων μπορεί να βρει κανείς παντού γύρω του αν απλά παρατηρήσει το σπίτι του…μπαλκονόπορτα, θυροτηλέφωνο, μαξιλαροθήκη, κουρτινόξυλο, κλειδαρότρυπα, τους ανθρώπους και τα χαρακτηριστικά τους….καστανόξανθη κοπέλα, ψιλόλιγνος άντρας, μισάνθρωπος, φιλήδονος, γλυκανάλατα λόγια, τη φύση και τα ζώα…γαλαζοπράσινα νερά,  βαθυκόκκινο ηλιοβασίλεμα, αστραπόβροντα, ασπρόμαυρο γατάκι, πολύχρωμο παπαγαλάκι.

Στις νεοελληνικές διαλέκτους είναι, επίσης, πάμπολλες οι σύνθετες λέξεις. Στη διάλεκτο των Επτανήσων, ανοίγοντας κανείς ένα τοπικό γλωσσάρι μπορεί να εντοπίσει διαλεκτικά σύνθετα όπως βουρλομπαντιέρας (ο) "ο παλαβιάρης", μοροφίντο (το) "ο τοίχος", στραβοκάντουνο (το) "το ελικοειδές καντούνι", καντηλιερόστρατσα (η) "το πατσαβούρι της λυχνίας", τσερασπανιά (η) "το βουλοχέρι για σφραγίδες". Αντίστοιχα στα Ποντιακά υπάρχουν παραδείγματα συνθέτων, όπως μελοκούτιν (το) "δοχείο με μέλι", λεμονάπιν (το) "απίδι με γεύση λεμονιού", χιονοφώς (το) "η αντανάκλαση του χιονιού". Στα Κρητικά παρατηρούνται, επίσης, πολύ ενδιαφέρουσες περιπτώσεις σύνθετων λέξεων, για παράδειγμα τυρόσπιτο (το) "δωμάτιο για την αποθήκευση τυριού", τσικαλοκαθέ "θέση για την αποθήκευση κουζινικών σκευών". Επιπρόσθετα, στα Κυπριακά υπάρχουν σύνθετα όπως αεροπίννω "πίνω αέρα, μεταφορικά χάνω το χρόνο μου", αγιάγκαθο "το άγιο αγκάθι", φυλλοκρόμμυδο "το φύλλο του κρεμμυδιού". Στα Αϊβαλιώτικα συναντάμε τις λέξεις καρπουζουφλάδα "η φλούδα καρπουζιού", αρχουντουμαχαλάς "πλούσια συνοικία στο Μουσχονήσι", κουζουκουλός "αυτός που έχει δυσμορφία στα πόδια του". Στο Μιστί αξιομνημόνευτη είναι η σύνθετη λέξη γαραμπουγιά "η μαύρη βαφή", ενώ στη Καλαβρία χρησιμοποιούν το ριζζάφτι για τη ρίζα του αυτιού. Τέλος, μπορεί κανείς να βρει και άλλες σύνθετες λέξεις διάσπαρτες σε όλες τις νεοελληνικές διαλέκτους.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά των συνθέτων είτε στην Κοινή Νέα Ελληνική είτε στις Νεοελληνικές Διαλέκτους. Ένα από το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα των συνθέτων είναι η κεφαλή που είναι εκείνο το στοιχείο  που προσδίδει την γραμματική κατηγορία και τη σημασία στο σύνθετο. Η κεφαλή μπορεί να βρίσκεται είτε στο α’ συστατικό του συνθέτου είτε στο β’ συστατικό και έτσι να έχουμε ενδοκεντρικά σύνθετα με αριστερόστροφη κεφαλή π.χ. χαρτοπαίζω και ενδοκεντρικά με δεξιόστροφη κεφαλή, π.χ. ποντικοπαγίδα.  Ωστόσο, υπάρχουν και αρκετές περιπτώσεις εξωκεντρικών συνθέτων, που δεν έχουν την κεφαλή ούτε στο α’ αλλά ούτε και στο β’ συστατικό των συνθέτων. Στα εξωκεντρικά σύνθετα η κεφαλή βρίσκεται έξω από τον πυρήνα του συνθέτου (α’ και β’ συστατικό) είτε σε ένα παραγωγικό πρόσφυμα, π.χ. –η όπως στο κοκκινομάλλης (ο) ‘αυτός που έχει κόκκινα μαλλιά’ είτε σε ένα μηδενικό παραγωγικό πρόσφυμα (Ø) που υποθέτουμε ότι υπάρχει π.χ.  ανοιχτόμυαλος.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα των συνθέτων είναι ο δείκτης σύνθεσης, το στοιχείο εκείνο που συνδέει τα συστατικά του συνθέτου μεταξύ τους. Συνήθως ο δείκτης σύνθεσης έχει τη μορφή –ο- και πιο σπάνια –α- για την ελληνική γλώσσα και τις νεοελληνικές διαλέκτους. Για παράδειγμα, στο σύνθετο τραπεζομάντηλο το –ο- συνδέει το α’ συστατικό τραπέζ(ι) με το β’ συστατικό μαντήλ(ι). Σε αρχαιοπρεπείς λέξεις ή σε λέξεις της αρχαίας ελληνικής συνήθως απουσιάζει ο δείκτης σύνθεσης, π.χ. νυκτιλαμπής, πανεπιστημιούπολη κ.α. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί αν θεωρήσουμε ότι αυτές οι λέξεις είναι μια μορφή απολιθωμάτων, οι λεγόμενες λεξικοποιήσεις από την αρχαία ελληνική.

Τα σύνθετα χαρακτηρίζονται, ακόμα, από έναν τόνο στη δομή τους και από μια διαβαθμισμένη σημασιολογική (α)διαφάνεια. Για παράδειγμα η λέξη ασπρόμαυρος είναι περισσότερο σημασιολογικά διαφανής από τη λέξη λεωφορείο, με την έννοια ότι η σημασία του πρώτου συνθέτου μπορεί να αναχθεί ευκολότερα από τα επιμέρους συστατικά του σε σχέση με τη σημασία του δεύτερου συνθέτου που πιο δύσκολα κανείς μπορεί να  καταλάβει τις σημασίες των δύο συστατικών.

Όσον αφορά τα είδη των συνθέτων, υπάρχουν πολλά ανάλογα τη σχέση που σημειώνεται ανάμεσα στα συστατικά τους. Για παράδειγμα, αν σημειώνεται σχέση εξάρτησης μεταξύ των συστατικών του συνθέτου τότε έχουμε περιπτώσεις όπως αγριάνθρωπος και λεμονοδάσος (το α’ συστατικό εξαρτάται/προσδιορίζει το β’). Αν σημειώνεται σχέση παράταξης, τότε έχουμε σύνθετα όπως ψωμοτύρι ή αλατοπίπερο.

Αυτά τα λίγα για τα γλωσσικά τερτίπια ή αλλιώς τις σύνθετες λέξεις στην Κοινή Νέα Ελληνική αλλά και στις Νεοελληνικές Διαλέκτους. Περισσότερες λεπτομέρειες θα σας πω στο επόμενο άρθρο.

Βιβλιογραφία
Ράλλη, Α (2005). Μορφολογία. Αθήνα, Πατάκης.


Morilan database, University of Patras.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

"Οι ξένες λέξεις είναι", από την Κατερίνα Φραγκοπούλου

Οι ξένες λέξεις είναι αποτέλεσμα μίξης, διεπαφής γλωσσών. Οι γλώσσες έρχονται σε επαφή, αφού οι άνθρωποι διαφορετικών χωρών έρχονται σε επαφή και δεν είναι στάσιμοι, ριζωμένοι σε μια χώρα –με κάποιες εξαιρέσεις φυσικά-, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες με την εξέλιξη των μέσων  μεταφοράς, βλέπε αεροπλάνα.

Αφού, λοιπόν, οι άνθρωποι ταξιδεύουν, μετακινούνται και συναναστρέφονται με άλλους ανθρώπους είναι φυσικό επακόλουθο να δέχονται πολιτισμικές επιρροές,  μία εκ των οποίων είναι και η γλωσσική. Όπως ο ένας πολιτισμός «κλέβει» στοιχεία από τον άλλο, έτσι και ένα γλωσσικό σύστημα «κλέβει» στοιχεία από ένα άλλο γλωσσικό σύστημα.


Τα ξένα γλωσσικά στοιχεία, που δανείζεται μια γλώσσα από μια άλλη, μπορεί να μείνουν ως έχουν π.χ. “cupcake”, “blog”, “selfiestick” ή να αλλάξουν. Ως προς τη φωνολογική τους μορφή, οι ξένοι φθόγγοι, τα ξένα φωνήματα όπως τα λέμε στη γλωσσολογία, αντικαθίστανται από γηγενή, από φωνήματα της γλώσσας που δανείζεται, π.χ. φέισμπουκ, ίντερνετ. Ως προς τη μορφολογία τους, πολλές ξένες λέξεις μπορεί να παραμείνουν άκλιτες για παράδειγμα, εβαπορέ, σλόγκαν, ατελιέ, σεζλόνγκ, σνίτσελ ή να κλίνονται π.χ.  σερβίρω, η πόρτα, ο καφετζής, το βιολί, ο μπακλαβάς.

Όλα αυτά τα ξένα γλωσσικά στοιχεία από πολλούς θεωρήθηκαν και θεωρούνται «απόβλητα», σκουπίδια από τα οποία πρέπει να καθαρίσουμε τη γλώσσα.

Αυτές οι απόψεις, όμως, δεν είναι «αθώες», δίχως πολιτικά και κοινωνικά υπο-νοήματα. Όταν κάποιος θεωρεί ότι οι ξένες λέξεις μολύνουν τη γλώσσα του, θεωρεί εμμέσως ότι οι πολιτισμοί και οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν και φέρνουν αυτές τις λέξεις στη γλώσσα του είναι απόβλητοι, μη καλοδεχούμενοι. Βλέπουμε, δηλαδή, ότι η αποδοχή ή όχι των ξένων λέξεων έχει πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις για τους ομιλητές του συστήματος που τις δέχονται και τις ενσωματώνουν, αλλά και για αυτούς που δεν το κάνουν.




Αυτοί που θεωρούν ότι οι ξένες λέξεις καταστρέφουν την γλώσσα τους, εμμέσως πλην σαφώς πιστεύουν ότι η δική τους γλώσσα είναι η αμόλυντη, η ιδανική, η καλύτερη. Και εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα τεράστιο και τρανταχτό γλωσσικό μύθο, που όμως είναι ένα κοινωνικό και πολιτικό κατασκεύασμα των ομιλητών της εκάστοτε γλώσσας.

Όπως οι εποχές αλλάζουν, οι επιστήμες εξελίσσονται, οι άνθρωποι μεγαλώνουν και γερνούν, έτσι και τα προϊόντα τους, τα κατασκευάσματά τους ή καλύτερα τα εργαλεία τους όπως είναι η γλώσσα, αλλάζουν, εξελίσσονται και δεν μένουν στάσιμα.

Ως φυσικό επακόλουθο αυτής της μεταβλητότητας των γλωσσών είναι η εισροή ξένων, δάνειων λέξεων και η επιλεκτική ή τυχαία προσαρμογή τους.

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Το σκαλιστηράκι των λέξεων. "Παραδοσιακά παιχνίδια", από τη Νίκη Σουρά

Τα παραδοσιακά παιχνίδια

Οι λέξεις που “σκαλίζουμε” σήμερα είναι γνωστές σε όλους, μικρούς- μεγάλους. Για τους μικρούς μας φίλους συμβολίζουν τη χαρά του παιχνιδιού, όχι του πλαστικού, αυτού που πουλάει το μεγάλο παιχνιδάδικο, αλλά του παιχνιδιού της παρέας, του κήπου, της σχολικής αυλής, της παραλίας, της γειτονιάς, της ξεχασμένης αλάνας.. Για εμάς τους μεγαλύτερους οι λέξεις κουβαλούν νοσταλγία, αντηχούν τις φωνές των παιδικών μας φίλων, φανερώνουν τις γρατζουνιές από τα παιδικά χτυπήματα, τους τσακωμούς στη γειτονιά, τις κατσάδες των μαμάδων για την αργοπορία μας, τις διαχρονικές μυρωδιές του ελληνικού καλοκαιριού, των διακοπών μας. Ας τις σκαλίσουμε ,λοιπόν, αναζητώντας στις ρίζες των λέξεων και τις δικές μας ρίζες.

Κυνηγητό

Πρόκειται για το γνωστό ομαδικό παιχνίδι κατά το οποίο τα παιδιά κυνηγιούνται μεταξύ τους και προσπαθούν να πιάσει το ένα το άλλο. Η ετυμολογία της λέξης μας οδηγεί στο ρήμα ʻκυνηγώʼ από το αρχαίο <κυν (όπου κύων-κυνός σημαίνει σκύλος)+ ηγός (με έκταση του αρχικού φωνήεντος του άγω κατά την σύνθεση). Αρχική σημασία της λέξης ήταν: οδηγώ τους κυνηγετικούς σκύλους.

Σύμφωνα και με την ετυμολογία, λοιπόν, πρόκειται για απαιτητικό παιχνίδι που απαιτεί ταχύτητα και αντοχή ταυτόχρονα. Όσοι από εμάς έχουν επιδοθεί σε αυτό μπορούν να το επιβεβαιώσουν. Διέπεται βέβαια από κανόνες (άλλωστε το παιχνίδι διαθέτει παιδαγωγική αξία εισάγοντας το παιδί στη λειτουργία και τους κανόνες της κοινωνίας). Εκτός από τον πάγιο κανόνα που απαγορεύει τις αδικίες και τις ζαβολιές, όταν ένα παιδί πιάνεται πρέπει να πάει ʻφυλακήʼ. Υπάρχει και "ξελέ", δηλαδή να πάει το παιδί που δεν κυνηγάει στο παιδί που είναι πιασμένο, να το ακουμπήσει και έτσι ελευθερώνεται. Αν όμως κάποιος φύγει από την φυλακή χωρίς  "ξελέ" βγαίνει από το παιχνίδι. Επίσης υπάρχει και "μάνα", δηλαδή αυτό το παιδί που δεν κυνηγάει να πάει εκεί και έτσι αυτός που κυνηγάει δεν μπορεί να τον πιάσει.        

Κρυφτό

Ομαδικό παιχνίδι κι αυτό, στο οποίο ένα παιδί προσπαθεί να βρει πού κρύβονται οι συμπαίκτες του. Η ετυμολογία της λέξης μας οδηγεί στο αρχαίο ʻκρύπτωʼ, με ανάλογη της σημερινής σημασία. Μπορούν να παίξουν από 3 άτομα και πάνω. Το παιδί που φυλάει μετράει με κλειστά μάτια και ακουμπώντας το πρόσωπο στον τοίχο  ανά 5 μέχρι το 100 ή το 200. Μόλις τελειώσει προειδοποιεί λέγοντας "φτου και βγαίνω"  και αρχίζει να ψάχνει  τα παιδιά. Όταν βρει ένα παιδί λέει "φτου" και το όνομα του παιδιού. Το παιδί μπορεί, όταν αυτός που φυλάει είναι μακριά να πει "φτου" και το όνομα του παιδιού που φυλάει. Το τελευταίο παιδί πρέπει να πει "φτου ξελευθερία" για να ξαναφυλάξει το ίδιο παιδί. 'Αμα αυτό δεν γίνει, τότε φυλάει το παιδί που "έφτυσε" πρώτο.

Οι παλιότεροι ίσως θυμούνται λέξεις χαρακτηριστικές όπως "κολωνάκι" ή "περιπτεράκι" που σημαίνει ότι το παιδί που φυλάει στέκεται συνέχεια μπροστά από το μέρος που φυλάει και δεν αφήνει στους άλλους περιθώριο να βγουν. Επίσης η φράση "τα κλούβιασε" σημαίνει ότι είδε ένα άτομο αλλά το πέρασε για κάποιο άλλο. Τα σημερινά όμως παιδιά θα μας υπενθυμίσουν την πρόοδο καθώς κάνουν time ήtimeoutγια να παγώσουν τον χρόνο του παιχνιδιού.

Στο κρυφτό ξεχωρίζω τη φράση "φτουξελευθερία για όλους", που σημαίνει ότι τα παιδιά που βρέθηκαν δεν μπορούν να φυλάξουν στον επόμενο γύρο και φυλάει πάλι ο ίδιος. Τα παιδιά που μεγάλωσαν στο κέντρο της Αθήνας δεν είχαν ανοιχτούς χώρους για παιχνίδι, συχνά όμως έβλεπαν στους τοίχους τη φράση γραμμένη ως σύνθημα από τα μεγαλύτερα παιδιά που έκαναν την επανάστασή τους.

Αμπάριζα

Παιδικό παιχνίδι ανοιχτού χώρου, κατά το οποίο δύο ομάδες παιδιών κυνηγούν και προσπαθούν να αιχμαλωτίσουν η μία την άλλη. Κάθε ομάδα έχει ένα ʻσπίτιʼ, συνήθως κολόνα ή δέντρο. Στην αρχή ένα παιδί από τη μια ομάδα "παίρνει αμπάριζα και βγαίνει" για να προκαλέσει τους παίχτες της άλλης ομάδας να τον κυνηγήσουν. Τότε κάποιος απ' την αντίπαλη ομάδα "παίρνει αμπάριζα και βγαίνει" και τον κυνηγάει. 'Ετσι βγαίνουν και τ' άλλα παιδιά κυνηγούν.

'Οταν κάποιο παιδί πιάσει ένα παίχτη της αντίπαλης ομάδας, τον πάει στη φυλακή, που είναι συνήθως κοντά στην κολόνα του. Οι παίχτες της ομάδας του παιδιού που είναι φυλακισμένο, πρέπει να το ακουμπήσουν για να ελευθερωθεί. Σκοπός του παιχνιδιού είναι ν' ακουμπήσει ένας παίχτης την κολόνα της αντίπαλης ομάδας, οπότε να ανακηρυχθεί νικήτρια η ομάδα του.

Η ετυμολογία της λέξης ανάγεταικατά πολλούς (βλ. και Λεξικό Μπαμπινιώτη) σε αλβανική ρίζα <ambarezë και τονίζει έτσι τον υπερεθνικό χαρακτήρα του παιχνιδιού ενώ θα λέγαμε ότι συμβολίζει και  την αρμονική συνύπαρξη των πληθυσμών. Σύμφωνα με άλλη άποψη, πρόκειται για  είδος αντιδανείου, αφού η αμπάρα, ιταλικής αρχής, πέρασε από τα ελληνικά στα αλβανικά. Οι καταλήξεις σε -ιζα είναι ένδειξη αλβανικής προέλευσης, και στα τοπωνύμια.

Σβούρα

Η σβούρα  είναι το γνωστό κωνικό αντικείμενο από ξύλο, μέταλλο ή πλαστικό, με το οποίο παίζουν τα παιδιάστηρίζοντάς το όρθιο στο έδαφος και κάνοντάς το να περιστρέφεται. Η λέξη είναι ηχομιμητική, παραγόμενη από την χαρακτηριστικό θόρυβο της σβούρας.

Μέσα στην πληθώρα των σημερινών παιχνιδιών θα περίμενε κανείς ότι τα σύγχρονα παιδιά θα σνόμπαραν το ʻταπεινόʼ αυτό παιχνίδι. Συχνά όμως γονείς και μεγαλύτεροι ξαφνιαζόμαστε από την δυναμικότητα των απλών πραγμάτων. Μια σβούρα ή ένα μπαλόνι κρατούν απασχολημένα τα μικρότερα παιδιά για ώρα.. Βέβαια ακόμα πιο οικεία ηχεί στα αυτιά μας η φράση ʻστριφογυρνάει  σαν τη σβούραʼ ή ʻτουσβούριξε μια σφαλιάραʼ.

Στα χρόνια των μπαμπάδων μας πάντως το παιχνίδι περιελάμβανε και κανόνες. Τα παιδιά σχεδίαζαν ένα μεγάλο κύκλο και γύρω από το κέντρο τοποθετούσαν όσες σβούρες περισσότερες μπορούσαν ή είχαν. Έπειτα, κρατώντας μια σβούρα προσπαθούσαν  να την χτυπήσουν στο κέντρο του κύκλου και να διώξουν όλες τις υπόλοιπες μακριά.  Η σβούρα που κρατούσαν στο χέρι έπρεπε  να είναι δεμένη μ' ένα σκοινί απ΄την μύτη (κάτω-κάτω) έως την λαβή (πάνω-πάνω). Με αυτόν τον τρόπο γυρνούσε  πιο εύκολα. Οι σβούρες που πετύχαιναν να βγάλουν έξω απ' τον κύκλο γίνονταν  δικές τους. Τα παιδιά έπαιζαν με την σειρά τους και ξεχωριστά, ώστε να είναι ευδιάκριτο ποιες σβούρες έβγαζε κάθε παιδί έξω από τον κύκλο.

 Κουτσό

Το παιδικό παιχνίδι, στόχος του οποίου είναι η εκτέλεση καθορισμένων βημάτων μέσα σε συγκεκριμένα (σχεδιασμένα στο δάπεδο) σχήματα, ισορροπώντας στο ένα πόδι με μικρά πηδηματάκια. Ετυμολογικά συσχετίζεται με το επίθετο κουτσός, που σχηματίστηκε με απόσπαση από σύνθετες λέξεις και σημαίνει: αυτός που χωλαίνει ή είναι ανάπηρος στο ένα ή και στα δύο πόδια.

Το παιχνίδι ξεκινούσε χαράζοντας με κιμωλία σε στέρεο έδαφος μερικά συνεχόμενα αριθμημένα τετράγωνα. Αφού καθόριζαν τον τρόπο με τον οποίο θα έβγαινε η σειρά των παικτών ξεκινούσαν.  Το κάθε παιδί έριχνε μια μικρή επίπεδη πέτρα ή ένα καπάκι από αναψυκτικό, την "αμάδα" στο πρώτο τετράγωνο. Μετά πηδούσε στο τετράγωνο αυτό στηριζόμενο  μόνο στο ένα πόδι. Από την κίνηση αυτή προέρχεται και η ονομασία. Προσπαθούσε έπειτα  να κλοτσήσει την αμάδα έτσι ώστε να περάσει στο επόμενο τετράγωνο. Το παιδί έχανε τη σειρά του  αν η αμάδα βρισκόταν. Το παιχνίδι τελείωνε όταν κάποιος έφτανε στο τελευταίο τετράγωνο και έβγαζε  την αμάδα έξω.

Κι όσο παλιομοδίτικα κι αν ηχούν ίσως αυτά τα παιχνίδια σε κάποιους, πολύ θα θέλαμε να είχαμε τ       ις αντοχές και την ξεγνασιά να …ʻπαίζαμε τις αμάδεςʼ, όπως μας θυμίζει κι ο  Σαββόπουλος στους δικούς του «Αχαρνής»..







Ο ριζοσυλλέκτης -1- Οι λέξεις και η σημασία τους, από τη Νίκη Σουρά

Αναπόσπαστο στοιχείο του χώρου του βιβλίου αποτελεί η γλώσσα. Λόγια, λέξεις, φράσεις, γράμματα, γλωσσικές επιλογές ξεδιπλώνουν μπροστά μας  και μέσα από τα βιβλία μια άλλη πραγματικότητα, αυτή του συγγραφέα και του οράματός του. Ας δούμε, λοιπόν, την ετυμολογία, την αρχική δηλαδή μορφή και σημασία κάποιων λέξεων κατεξοχήν συνυφασμένων με τον ευρύτερο χώρο των εκδόσεων και του βιβλίου.

Ανάγνωση
Όλα ξεκινούν με την ανάγνωση. Για τους «βιβλιοφάγους», η κατανόηση του περιεχομένου ενός γραπτού κειμένου, αλλά και η διαδικασία και τελετουργία της ανάγνωσης είναι το ζητούμενο. Ανάγνωση βέβαια καλούμε και την προφορική απόδοση ενός γραπτού κειμένου, το σχολικό μάθημα, αλλά και φιλολογικά τον τρόπο αποδόσεως και ερμηνείας ενός πολυσήμαντου μηνύματος από δεδομένο κείμενο, γραπτό ή προφορικό. Η τελευταία μάλιστα χρήση της λέξης απαντάται ιδιαίτερα αγαπητή σε δημοσιογράφους, πολιτικούς και χειριστές δημοσίου λόγου, οι οποίοι συχνά επικαλούνται τις «πολλαπλές αναγνώσεις των μηνυμάτων».
Αξίζει, όμως, στη συγκεκριμένη λέξη να αναφερθούμε περαιτέρω στην ετυμολογία της, η οποία αναζητείται στην αρχαία ελληνική «ανάγνωσις», με αρχική σημασία «αναγνώριση, ενθύμηση» από το αρχαίο <ἀνά + γιγνώσκω, όπου γιγνώσκω «γνωρίζω». Η ανάγνωση, λοιπόν, για τους αρχαίους συνδεόταν με την Πλατωνική θεώρηση της «ενθύμησης». Διαβάζοντας, δηλαδή, ξαναγνωρίζουμε αυτά με τα οποία ήδη έχει έρθει σε επαφή η ανθρώπινη ψυχή (θεώρηση φιλοσοφική).

Βιβλίο
Το βιβλίο, με τη μορφή που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, την έντυπη, τίθεται υπό αμφισβήτηση. Ένθερμοι υποστηρικτές του συχνά χαρακτηρίζονται οπισθοδρομικοί και ρομαντικοί από τους υπέρμαχους των ηλεκτρονικών εκδόσεων και εντύπων. Σε αυτούς τους διαπληκτισμούς συνήθως κριτής είναι ο χρόνος, αξίζει όμως να αναφερθεί ότι η αναζήτηση της ετυμολογίας της λέξης μας οδηγεί στο αρχαίο «βιβλίον» (από το βυβλίον με προληπτική αφομοίωση του –υ- σε –ι-), το οποίο με τη σειρά του μας παραπέμπει στην φοινικική πόλη Βύβλο, από όπου γινόταν η εισαγωγή του κατεργασμένου πάπυρου. Αποδίδει, λοιπόν, η λέξη λόγω ρίζας το σύνολο των χειρόγραφων ή τυπωμένων φύλλων χαρτιού που συρράπτονται και εκδίδονται σε αντίτυπα, χωρίς βέβαια αυτό να είναι περιοριστικό για την χρήση της, καθώς οι λέξεις, στο πέρασμα των χρόνων εμπλουτίζουν ή τροποποιούν τη σημασία τους συμπλέοντας με τις εξελίξεις.

Γραφή
Ανάμεσα στις πολλές δραστηριότητες που προέκυψαν από την θέληση του ανθρώπου να ξεφύγει από το πεπερασμένο και να κατακτήσει την αιωνιότητα εντάσσεται και η γραφή. Η επινόηση σημειολογικού συστήματος για την αποτύπωση του λόγου πάνω σε μια επιφάνεια ξεπέρασε τα εμπόδια της περιορισμένης προφορικής επικοινωνίας.
Ετυμολογικά, η λέξη αποτελεί το ουσιαστικό της λέξης «γράφω», της οποίας η αρχική αρχαία σημασία «χαράζω ελαφρά, ξύνω» δικαιολογεί την εξέλιξή της, αφού τα πρώτα γράμματα χαράσσονταν πάνω σε μαρμάρινες, ξύλινες ή κηρωμένες επιφάνειες. Αν μάλιστα θέλουμε να αναφερθούμε και σε ιστορικά γλωσσολογικά στοιχεία, η ελληνική γραφή αποτελείται από τον συνδυασμό του φοινικικού συστήματος, όπου τα γράμματα συμβόλιζαν σύμφωνα, με την ελληνική επινόηση της ξεχωριστής δήλωσης των φωνηέντων, η δε λατινική γραφή, που χρησιμοποιείται ευρύτατα σήμερα έχει ελληνική προέλευση επίσης.

Μετάφραση
Λέξη κομβική για τον χώρο του βιβλίου. Συχνά γίνεται λόγος για «κατά λέξη», για «ελεύθερη» ή «λογοτεχνική» μετάφραση. Η διαδικασία αυτή της μεταφοράς και απόδοσης ενός κειμένου σε γλώσσα διαφορετική από αυτήν της σύλληψης και παραγωγής του,το καθιστά οικουμενική και πανανθρώπινη κληρονομιά. Πρόκειται για σύνθετη λέξη, με ετυμολογία από το <μετά + φράζω, όπου φράζω με τη σημασία του «δηλώνω, δείχνω, εκφράζω».

Έκδοση
Παράλληλη η πορεία της λέξης με αυτήν του βιβλίου. Η αρχική σημασία της, δηλαδή η τύπωση και δημοσίευση πρωτότυπου ή παλαιότερου έργου σε πολλά αντίτυπα και η διάθεσή τους στην κυκλοφορία, διευρύνθηκε και ακολουθώντας τα τεχνολογικά επιτεύγματα συμπεριέλαβε την ηλεκτρονική μορφή έκδοσης, που για παράδειγμα κυκλοφορεί και διαβάζεται στο διαδίκτυο (π.χ. ηλεκτρονική έκδοση εφημερίδας). Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα εκδίδωμι. Με τη σημασία της δημοσίευσης βιβλίου απαντάται για πρώτη φορά στους ελληνιστικούς χρόνους για τις εκδόσεις έργων από τους αρχαίους γραμματικούς.