Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΑΤΣΗΣ ΜΠΟΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΑΤΣΗΣ ΜΠΟΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Αυγούστου 2016

Παραμύθι: Το τραγί του σπανού



Ένας σπανός κρατούσε στην αυλή του τα βράδια 5-6 κεφάλια γίδια. Κάποιος λύκος πονηρός μπήκε και του τα έφαγε όλα. Εκείνος πονηρεύτηκε περισσότερο από τον λύκο. Βρήκε την τρύπα από όπου μπήκε και την άλλη βραδιά έβαλε από τη μέσα μεριά ένα μεγάλο σακί, με το στόμα προς την τρύπα κι αυτός παραφύλαξε.

Ο σπανός γνώριζε τη λαιμαργία του λύκου, ταυτόχρονα και την όχι και μεγάλη εξυπνάδα του. Πραγματικά ο λύκος ήρθε. Έσκυψε στην τρύπα και σβαρίστηκε (έκανε έναn γύρο) προς την αυλή. Μπήκε έτσι στο σακί. Ο σπανός έδεσε το στόμιο του σακιού δυνατά και αύριο το πρωί βγήκε στο μεσοχώρι φωνάζοντας:

"Έχω ένα τραΐ (τράγο) που μουρκαλάει δυο φορές τον χρόνοοοοοοοοοοοο!"

Το ζήλεψε ένας μπέης που είχε τριάντα γίδια. Πλήρωσε δέκα μεντζίτια κι αγόρασε τον λύκο κλεισμένο στο σακί. Σύμφωνα με τις οδηγίες του σπανού, θα άνοιγε το σακί τη νύχτα και δε θα γύριζε τα μάτια να δει το «τραγί» γιατί θα το σκέλιζε!

"Έχουμε τριάντα γίδια. Θα γεννήσουν δυο φορές, θα μας γίνουν εξήντα κατσίκια. Και τριάντα γίδια που έχουμε, θα έχουμε το χρόνου ενενήντα κεφάλια…"

Το πρωί όμως βρήκαν τα γίδια όλα κομμένα από τον λύκο. Μονάχα μια κουτσοκέρατη κενούτα είχε γλιτώσει και κάθονταν συλλογισμένη στο βαλεροστάσι. Ο λύκος αναπαύονταν δίπλα στα ψόφια γίδια. Ο μπέης λύσσαξε από το γινάτι του, άρπαξε το μαχαίρι, καβαλίκεψε το άλογο και πήρε τρέχοντας το μοναδικό μονοπάτι του χωριού που οδηγεί στον μύλο. Ο σπανός όμως κατάλαβε τι τον περίμενε κι έφυγε με νύχτα προς τον μύλο.

"Γρήγορα, είπε στον μυλωνά. Δώσε μου τα φορέματά σου και πάρε τα δικά μου. Χτες πήρες του μπέη δυο οκάδες πλιότερο ξύδι κι έρχεται να σε σφάξει!"

Αφού άλλαξαν φορέματα, ανέβασε τον μυλωνά στον πλάτανο, τάχα να τον κρύψει, ενώ μόνος του ο σπανός αλευρώθηκε και με τα ξένα φορέματα έγινε αγνώριστος…

Έφτασε ο μπέης στον μύλο, καβαλάρης, όλος πείσμα για εκδίκηση.

"Πέρασε κανένας από ‘δω; ρώτησε τον μυλωνά".
"Πέρασε, μπέη μου. Να ‘τος που ‘ναι. Κι ο σπανός του έδειξε τον μυλωνά πάνω στον πλάτανο".

Ο μπέης κατέβηκε από το άλογο, έβαλε το μαχαίρι στο στόμα του κι άρχισε να ανεβαίνει στον πλάτανο. Ο πραγματικός μυλωνάς φοβισμένος από την οργή του μπέη, άρχισε να τον παρακαλεί:

"Δυο οκάδες σου πήρα, μπέη μου, σου δίνω πέντε…"
"Τι δυο οκάδες ορέ παλιοτόμαρο. Τριάντα γίδια μου ‘φαγε το τραΐ σου ορέ..!"
"Όχι, μπέη μου, εγώ δεν έχω γίδια και τραγιά, εγώ είμαι ο μυλωνάς".

Κι ενώ ο μπέης ανέβαινε στον πλάτανο να πιάσει τον δυστυχισμένο μυλωνά, υποψιάστηκε για μια στιγμή από τα λόγια του κι έστριψε το κεφάλι του προς τα κάτω. Είδε τον σπανό, που τον είχε νομίσει για μυλωνά, να ανεβαίνει στο άλογο του μπέη και να τρέχει προς την ποταμιά. Ο μπέης κατέβηκε γρήγορα και δοκίμασε να τρέξει πίσω του. Όμως στα χαμένα. Ο σπανός πήρε τη στροφή κι εξαφανίστηκε πίσω από τις ιτιές… Έφτασε στην κοντινή πόλη, πούλησε και το άλογο του μπέη, ενώ ο μπέης γύρισε στεναχωρημένος και ντροπιασμένος στο χωριό. Από τα ενενήντα γίδια που θα είχε την άλλη χρονιά, του απόμεινε η κουτσοκέρατη κενούτα.



Από τη συλλογή του Νάτση Μπόλου


Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Το μεγάλο στοίχημα, από τη συλλογή του Νάτση Μπόλου


Ήταν ένας αρχιμάστορας, χτίστης άξιος και ικανός και καλός οικογενειάρχης, παντρεμένος με μια γυναίκα καλή, όμορφη και τίμια. Είχε και μια συντροφιά από δεκαπέντε μαστόρους και έχτιζαν σοβαρά κτίρια, μεγάλα σπίτια και παλάτια.

Κάποτε ζήτησαν τον αρχιμάστορα και την παρέα του να φτιάξουν ένα μεγάλο σπίτι ενός πλούσιου, μακριά, πολύ μακριά, τέσσερις μέρες δρόμο. Ο αρχιμάστορας ήθελε αλήθεια χρήματα, αλλά συλλογίζονταν τη γυναίκα του πώς να την αφήσει μόνη της. η γυναίκα τον κατάλαβε και τον ρώτησε τι έχει. Στο τέλος της είπε το μυστικό του.

-Δεν φοβούμαι και δεν γελιούμαι εγώ, του απάντησε εκείνη. Πήγαινε και δούλεψε ήσυχος. Πάρε και αυτή την ταμπακέρα και, αν σου σκουριάσει, τότε εγώ μπορεί να πάθω κακό ή να σε ξεχάσω…

Ο αρχιμάστορας έφυγε ήσυχος. Όταν δούλευε όμως, κάθε λίγο και λιγάκι, έβγαζε την ταμπακέρα από την τσέπη του, την άνοιγε, την κοίταζε γύρω – γύρω και την ξανάβαζε στη θέση της. αυτό το μπάσε – βγάλε της ταμπακέρας το έκανε πολλές φορές την ημέρα κι έπεσε στο μάτι του σπιτονοικοκύρη, που παρακολουθούσε τους μαστόρους και τη δουλειά που κάνουν. Γι’ αυτό και μια μέρα από τις πολλές, τον ρώτησε. Ο αρχιμάστορας, στην αρχή θέλησε να μην πει τίποτε, μα στην επίμονη περιέργεια του αφεντικού του, δεν άντεξε και εκμυστηρεύτηκε.

-Σε γέλασε! Του είπε. Πώς το ‘χαψες ένα τέτοιο ψέμα;

Ο αρχιμάστορας επέμενε στην εμπιστοσύνη της γυναίκας του, μα κι ο νοικοκύρης του βάλθηκε να του αλλάξει τη γνώμη.

-Βάζουμε στοίχημα; Του είπε.

Κι έβαλαν στοίχημα. Μεγάλο και βαρύ. Αποφάσισαν να στείλουν στη γυναίκα το ομορφότερο παιδί της παρέας. Αν η γυναίκα θα ξεχνούσε τον αρχιμάστορα και η ταμπακέρα δεν θα λέρωνε, τότε ο αρχιμάστορας θα τελείωνε το έργο και δεν θα πληρωνόταν, μάλιστα θα πλήρωνε και τους άλλους χτίστες. Ενώ, αν η γυναίκα θα κρατούσε τον λόγο της και την αξιοπρέπειά της, τότε ο σπιτονοικοκύρης θα πλήρωνε όλα τα έξοδα του σπιτιού και το σπίτι θα το έπαιρνε ο αρχιμάστορας!

Έφυγε το παιδί και γύρισε ύστερα από δέκα μέρες. Έφερε στον αρχιμάστορα το δαχτυλίδι και το «μυστικό» ότι η γυναίκα του έχει μια ελιά στο στήθος της. η ταμπακέρα του μάστορα δεν είχε λερώσει καθόλου, όμως εκείνος πίστεψε ότι η γυναίκα του τον παράτησε, αφού έδωσε σ’ άλλον το δαχτυλίδι της. Γι’ αυτό δούλευε απελπισμένος, ενώ ο περήφανος και κακός από καρδιά σπιτονοικοκύρης έτριβε τα χέρια του ικανοποιημένος, γιατί κέρδισε ένα μεγάλο στοίχημα. Ο πρωτομάστορας έπαιρνε κάθε βράδυ στο δωμάτιό του από έναν σύντροφο για να περνάει την ώρα και να διώχνει τη στεναχώρια. Στη γυναίκα του δεν έστελνε πια γράμματα. Και κείνη υποψιάστηκε για κάτι κακό που θα του συνέβαινε, γι’ αυτό και ξεκίνησε να πάει να βρει τον άντρα της.

Στον δρόμο συνάντησε έναν τσοπάνο και τον παρακάλεσε να της δώσει τα φορέματά του. Φορέθηκε με τα πιστικιάτικα, σκέπασε και το κεφάλι της με σκούφιες και καπέλα, κρέμασε και ψεύτικα μουστάκια και τράβηξε για την άλλη πόλη, που δούλευε ο νοικοκύρης της. Ύστερα από κάμποσες μέρες έφτασε στην πόλη και βρήκε την παρέα που έχτιζε το μεγάλο σπίτι. Αντάμωσε με τον αρχιμάστορα και τον έπιασε φίλο. Αυτός ο άγνωστος και παράξενος άνθρωπος, που τον συντρόφευε τα βράδια στο δωμάτιό του, τον κατάφερε με τρόπο να εκμυστηρευτεί το χάλι του.

Ο ξένος αυτός φάνηκε γνωμικός άνθρωπος και κέρδισε τη συμπάθεια όλων των μαστόρων και του σπιτονοικοκύρη μαζί. Και μια βραδιά ξανάρχισε την ιστορία στον πρωτομάστορα. Συζητώντας μπόρεσε κι έβαλε τον άντρα της σε υποψία ότι το δαχτυλίδι ίσως και το πήρε κρυφά. Τον κατάφερε να ξανακαλέσει τον σπιτονοικοκύρη και το παιδί, που το έφερε το δαχτυλίδι, για να διηγηθεί και μια φορά πως έκαμε. Ο αρχιμάστορας πείστηκε και, την αυριανή που ήταν Κυριακή και είχαν ανάπαυση, κάλεσε το παιδί να διηγηθεί πως μπόρεσε και του γνώρισε τη γυναίκα.

Ο νέος άρχισε να διηγείται με περηφάνια τα κατορθώματά του, τάχα, τα σημάδια του σπιτιού, πως του ‘δωσε το δαχτυλίδι, για την ελιά…

-Κι αυτό είναι όλο; Ρώτησε ο ξένος.
-Ναι! Του είπε εκείνος ο νέος. Ενώ η ταμπακέρα του μάστορα δεν λέρωσε…
-Να ντραπείς παλιόπαιδο, του αντιλογήθηκε ο ξένος. Κι αμέσως πέταξε τη σκούφια και τα μουστάκια, πέταξε το ταλαγάνι κι έβγαλε τα ποτούρια του τσοπάνου. Άνοιξε τα στήθια της, έδειξε την ελιά και συνέχισε:
-Και τι είδες άλλο εκτός από αυτή την ελιά; Το δαχτυλίδι το βρήκες στο μπάνιο της γειτόνισσας, που το ξέχασα εγώ και την ελιά την είδες από την κλειδαρότρυπα του μπάνιου. Και τι άλλο έκαμες; Κι αυτά τα κατάφερες, γιατί πλήρωσες ακριβά τη γριά γειτόνισσα..

Το παιδί τα ‘χασε. Άρχισε να τραυλίζει και παραδέχτηκε όλα όσα του είπε η γυναίκα.

Η παρέα έδιωξε από τη συντροφιά τον ψεύτη σύντροφο κι ο αρχιμάστορας κέρδισε το σπίτι του πλούσιου. Μα δεν το θέλησε, το περιφρόνησε. Ζήτησε μονάχα τα δουλευτικά ως εκείνη την ώρα και παράτησε την περήφανο και ραδιούργο σπιτονοικοκύρη. Έφυγε μαζί με τη συντροφιά του, εκτός από τον ψεύτη, κι έζησε ευτυχισμένος με την καλή του γυναίκα. Αυτός καλά κι εμείς καλύτερα!



«Απ’ τα παιδικά μας χρόνια» παιχνίδια και παραμύθια – Νάτσης Μπόλος


Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Ο Μπιρμπιληγιαννάκης, από τη συλλογή του Νάτση Μπόλου

Μια φορά κι έναν καιρό, παιδιά μου, σε πολύ παλιά χρόνια, τότε που ήταν οι βασιλιάδες, οι πασάδες και οι βεζίρηδες, ζούσε κι ένας βασιλιάς με μια βασίλισσα. Δεν είχαν όμως παιδιά και πήραν ένα ψυχοπαίδι. Γιαννάκη το ‘λεγαν το παιδί.

Ο Γιαννάκης μεγάλωνε κι ομόρφαινε και γινόταν άξιο παλικάρι. Αγαπούσε πολύ το κυνήγι και στα δεκαπέντε του χρόνια είχε γίνει κιόλας τέλειος κυνηγός. Ο Γιαννάκης μας είχε ένα θείο, αδερφό της μητέρας του, που τον αγαπούσε πολύ και τον συμβούλευε για το καθετί στη ζωή του. Μάλιστα ο θείος του καταλάβαινε αν ο ανιψιός του θα ‘χε επιτυχίες ή όχι στο κυνήγι του.

Κάποιο πρωί, ο Γιαννάκης, όπως πάντα, πέρασε από το σπίτι του θείου του, τον καλημέρισε και ξεκίνησε για κυνήγι.

-Στάσου! του φώναξε ο θείος. Μη φεύγεις, άκουσε πρώτα…

Ο Γιαννάκης άκουγε με προσοχή.

-Σήμερα, συνέχισε ο θείος του, δε θα βρεις κυνήγι. Θα σου βγει, όμως, ένα πολύ όμορφο ζώο. Να μην το σκοτώσεις, γιατί θα ‘χεις να υποφέρεις πολλά…

Ο Γιαννάκης έφυγε για το δάσος. Δεν προχώρησε πολύ και να, πρόβαλε μπροστά του ένα πολύ όμορφο τετράποδο και του στάθηκε είκοσι βήματα μπροστά. Σήκωσε το όπλο του. Το σημάδεψε κατάστηθα και, την ώρα που θα τραβούσε τη σκανδάλη, θυμήθηκε τη συμβουλή του θείου του: «να μην το σκοτώσεις». Κατέβασε μετανιωμένος το ντουφέκι, πήρε μια πέτρα και έριξε προς το όμορφο ζώο. Κι εκείνο ξεκίνησε, σιγοπερπατώντας και σιγοπηδώντας, κατέβηκε σε μια ρεματιά, έσκυψε στο γάργαρο νερό, δάγκωσε ένα τρυφερό βλαστάρι γράβου σκουλαρικάτου και χάθηκε στα χαμόκλαδα…

Πέρασε όλη η μέρα, γυρίζοντας από δάσος σε δάσος, μα συνέβη έτσι όπως προείδε ο θείος του. Δεν βρήκε καθόλου κυνήγι.

Ήταν ο ήλιος στο βασίλεμά του κι ο Γιαννάκης έριξε το όπλο στην πλάτη του και πήρε το δρόμο για το σπίτι. Μα να, στο αντικρινό μονοπάτι κάποιος θόρυβος και, σε λίγο, το περίεργο εκείνο ζώο, που βρήκε το πρωί, ξαναφάνηκε, πλησίασε και στάθηκε πάλι είκοσι βήματα μακριά από τον Γιαννάκη. Εκείνος το κοίταξε, σκέφτηκε την αποτυχία ολόκληρης τηε μέρας, αψήφησε τη συμβουλή του θείου του και με το «μπαμ» το όμορφο ζώο σωριάστηκε νεκρό.

Σαν ζύγωσε με αυτό στην άκρη της πόλης και κοντά στα σαράγια του βασιλιά, έλαμψε ο τόπος και φεγγοβόλησαν τα μάρμαρα.

Ο βεζίρης από το αντικρινό παλάτι, ζήλεψε το βασιλιά και περισσότερο το άξιο παλικάρι, γι’ αυτό και βάλθηκε να το καταστρέψει. Την άλλη μέρα, πρωί – πρωί, είπε στο βασιλιά:

-Πολυχρονεμένος να ‘σαι, βασιλιά μου! Αυτό το παιδί σου έλαμψε το σαράι σου. Μα το λαμπρό αυτό ζώο χρειάζεται φιλντισένια κάμαρη για να βάλεις το δερμάτι του…

Κι ο βασιλιάς, ο μανιακός εκείνος άνθρωπος του πλούτου και της πολυτέλειας, τόσο ήθελε:

-Άκου, Γιαννάκη, γιόκα μου. Για το όμορφο αυτό ζουλαπικό που κουβάλησες δεν έχουμε τον τόπο που πρέπει. Η κάμαρη που θα βάλουμε το δερμάτι του πρέπει να ‘χει τους τοίχους φορεμένους με φίλντισι. Κάμε όπως θέλεις. Χρειάζομαι σαράντα οκάδες φίλντισι.

Ο Γιαννάκης έτρεξε στο θείο του. Και κείνος, σαν παντογνώστης, τον συμβούλεψε:

-Θα ζητήσεις, παιδί μου, από το βασιλιά να σου δώσει από δέκα οκάδες απόσταγμα αμάραντου και δεντρολίβανου και δέκα οκάδες δάκρυ της περγουλιάς. Θα τα πάρεις και θα τα πας στο βάλτο της πλατανιάς. Θα περιμένεις ώσπου να βγει το άστρι της μέρας και, μόλις κρούξει εκείνο, θα ρίξεις πρώτα το δάκρυ της περγουλιάς μέσα στο βάλτο και ύστερα μαζί τα δυο αποστάγματα, θα τα ανακατώσεις δυνατά και θα περιμένεις όσο να βγει ο ήλιος. Τότε θα αρχίσει να σχηματίζεται το φίλντισι, να το μαζέψεις γρήγορα για να μη λερώσει από τα νερά του βάλτου και να το φορτώσεις στο δισάκι.

Ο βασιλιάς ετοίμασε ό,τι του ζήτησε ο Γιαννάκης, του φόρτωσε ένα γερό άλογο κι ο Γιαννάκης έφθασε στο βάλτο της πλατανιάς κατά το σούρουπο. Την άλλη μέρα γύρισε με το φίλντισι μπροστά από το μεσημέρι.

Ο βεζίρης θύμωσε πιο πολύ και με τον πονηρό του τρόπο υποκίνησε τον βασιλιά να ζητήσει από τον Γιαννάκη να φέρει το «αθάνατο νερό», για την υγεία του, για την υγεία της βασίλισσας και των αυλικών.

Πάλι ο θείος συμβούλεψε τον Γιαννάκη:

-Το αθάνατο νερό παιδάκι μου, βρίσκεται στη σπηλιά της νυχτερίδας. Εκεί πέρα σε εκείνο το μακρινό βουνό με τα έλατα τα ψηλά. Ανάμεσα στα έλατα υπάρχουν μεγάλοι βράχοι με μεγάλες χαραμάδες. Μόνο μια χαραμάδα είναι η θύρα της σπηλιάς. Κι αυτή θα την καταλάβεις από τα νυχτοπούλια που μπαινοβγαίνουν. Θα μπεις μέσα στη σπηλιά και θα ακούσεις να χύνονται νερά. Θα προσπαθήσεις να ξεχωρίσεις μια βρύση, που βγάζει χοντρές σταλαματιές και που πέφτουν κάτω με πάταγο. Εκεί θα γιομίσεις την μπουκάλα που θα ‘χεις μαζί σου και θα βγεις έξω. Θα σκίσεις το στήθος σου και θα αδειάσεις την μπουκάλα μέσα. Ενώ το ίδιο το νερό θα κλείσει την πληγή. Θα τη γιομίσεις κάπου με οτιδήποτε νερό και θα τους τη δώσεις σαν «αθάνατο».

Ύστερα από μια βδομάδα ο Γιαννάκης γύρισε στο παλάτι με το «αθάνατο» νερό. Κέρασε τον βασιλιά και τον βεζίρη κι εκείνοι, σίγουροι πως πίνουν αλήθεια το νερό που θα τους έκανε αθάνατους, έπλεξαν νέες μηχανορραφίες κατά του παλικαριού.

Πρέπει, του είπαν, να σκοτώσεις το θηρίο, που μαστίζει την περιοχή και τρώγει όποιον βρει και ό,τι βρει μπροστά του.

Σύμφωνα με τη συμβουλή του θείου του, ο Γιαννάκης πήρε από το βασιλιά είκοσι οκάδες ρακί και άλλο τόσο κρασί. Πήρε ένα σίδερο αναμμένο για χαλινάρι και πήγε στη βρύση που το θηρίο πήγαινε πρωί – πρωί κι έπινε νερό. Έκλεισε το βρύση κι άδειασε σε μια λακκούβα το ρακί και το κρασί, ανέβηκε στον πλάτανο της βρύσης και περίμενε. Σε λίγο, ακούστηκε δυνατός θόρυβος, βρυχηθμοί και βουητά. Σείονταν τα δέντρα που του ‘βγαιναν μπροστά κι έτριζε ο τόπος. Ζύγωσε στη βρύση μα, αντί νερό, ήπιε όσο μπόρεσε ρακί και κρασί. Ξαπλώθηκε χάμω, κυλίστηκε και ετοιμάστηκε να αναστυλωθεί να φύγει. Τα πόδια του, όμως, δεν στηρίζονταν. Τα σιαγόνια του έμεναν ανοιχτά και στάλαζαν σάλια. Η γλώσσα του κρέμονταν κάτω από τα χείλια και τα μικρά του μάτια έγιναν πιο μικρά.

Ο Γιαννάκης κατέβηκε γρήγορα από τον πλάτανο κι έμπηξε το πυρακτωμένο χαλινάρι ανάμεσα στα σαγόνια του τέρατος. Το θηρίο, σαν να συνήλθε από τη μέθη, ακολούθησε το λεβέντη που το ‘σερνε πίσω από το άλογό του. Σαν έφτασε στην αντικρινή ράχη από τα σαράγια του βασιλιά, το σκούντησε και κείνο βρυχήθηκε τόσο δυνατά, ώστε τραντάχτηκαν οι θύρες του παλατιού. Η γυναίκα του πανούργου βεζίρη λιποθύμησε από το φόβο της κι ο τρόμος συντάραξε και τον βεζίρη και τον ίδιο τον βασιλιά. Γι’ αυτό κι έστειλαν στρατιώτες και σκότωσαν το θηρίο, που έφερε ως εδώ ο άξιος Γιαννάκης.

-Ε, λεβέντη μου, του είπαν κι ο βασιλιάς κι ο βεζίρης μαζί. Τώρα σου ανήκει η όμορφη του τόπου. Θα σου δώσουμε ό,τι ζητήσεις και να πας να τη βρεις. Χαλάλι σου!

Ο βεζίρης όμως αλλού είχε το σκοπό του. Σκεφτόταν να εξοντώσει τελειωτικά τον Γιαννάκη. Και το πίστευε αυτό, σαν θα πήγαινε να ζητούσε την πιο όμορφη κοπέλα του τόπου, σ’ ένα μέρος που την προστάτευαν και τη φρουρούσαν σαν τον πιο πολύτιμο θησαυρό.

Στο μεταξύ, τα κατορθώματα του Γιαννάκη έγιναν στην περιοχή και ο λαός άρχισε να λατρεύει το παλικάρι σαν ήρωα. Και για να τον ξεχωρίσουν από τους άλλους Γιαννάκηδες, τον είπαν Μπιρμπίλη, δηλαδή «αηδόνι». Ζηλευτός για την εξυπνάδα, το θάρρος και την παλικαριά του όσο και το αηδόνι και το άφθαστο τραγούδι του. Γι’ αυτό κι ο Γιάννης μας έγινε γνωστός πια σαν Μπιρμπιληγιαννάκης.

Ο θείος ξανασυμβούλεψε τον Γιαννάκη:

-Άκου, παιδί μου. Εκτός από τους κακούς ανθρώπους, που ποτέ δεν πρέπει να τους κάνεις συντροφιά, μας χρειάζονται όλοι οι άλλοι. Μην περιφρονείς κανέναν. Να βοηθάς και να προστατεύεις τους αδύνατους. Να μη σου αρέσει ο εαυτός σου και να μη νομίζεις ότι εσύ είσαι ο εξυπνότερος και ο αξιότερος στον κόσμο. Μη φοβάσαι τη ζωή. Να είσαι αποφασιστικός, αλλά μετρημένος. Και τώρα, ξεκίνα με πεποίθηση κι όλα θα ‘ναι με σένα…

Κι ο Μπιρμπιληγιαννάκης ξεκίνησε. Διάβηκε βουνά και δάση, ρεματιές και ποτάμια. Κάπου, σ’ ένα ρεματάκι, προσπαθούσαν να περάσουν ασήμαντα μυρμηγκάκια. Το νερό τα σβάρνιζε. Ο Γιαννάκης πήρε ένα ξύλο και ένωσε τις δυο άκρες του δρόμου τους πάνω στο νερό. Τα μυρμήγκια πέρασαν εύκολα και χάρισαν στον Γιαννάκη ένα ποδαράκι τους.

Προχωρώντας βρήκε ένα σμήνος μελισσιών που κρύωνε από τη δροσιά της νύχτας. Συμμάζεψε μερικά φρύγανα, τα άναψε κι έσωσε τα μελίσσια από το κρύο κι κείνα του χάρισαν μια φτερούγα τους.

Το ποδαράκι του μυρμηγκιού και τη φτερούγα της μέλισσας ο Γιαννάκης τα φύλαξε στην ταμπακιέρα του.

Συνεχίζοντας το δρόμο, συνάντησε έναν που έτρεχε να πιάσει έναν λαγό, σέρνοντας στα πόδια του και χερόμπουλα.

-Βρε, χαρά στην αξιάδα σου, παλικάρι! Τι είναι αυτό το τρέξιμο!
-Παλικάρι εγώ; απάντησε ο ξένος.
-Παλικάρι είναι ο Μπιρμπιληγιαννάκης που ήβρε το αθάνατο νερό κι έφερε το θεριό ζωντανό!
-Έλα! του είπε ο Γιαννάκης. Εγώ είμαι ο Μπιρμπιληγιαννάκης…

Ο ξένος συντροφεύτηκε με τον Γιαννάκη και εξακολούθησαν το δρόμο. Εκεί που προχωρούσαν είδαν πως κάποιος είχε ακουμπήσει το αυτί του στη γη και κάτι άκουγε.

-Τι αφουγκράζεσαι αυτού; τον ρώτησε ο Γιαννάκης.
-Σιγά, σιγά! απάντησε ο δεύτερος ξένος. Ακούω τι γίνεται στον Κάτω Κόσμο. Ένα σκυλί άρπαξε ένα ποδάρι κρέας στο χασάπικο και τσακώνεται ο χασάπης με τον νοικοκύρη του σκυλιού…
-Χαρά στην αξιάδα σου, λεβέντη μου! του είπε ο Γιαννάκης.
-Αξιάδα είναι αυτή; Αξιάδα είναι του Μπιρμπιληγιαννάκη, που ήβρε το αθάνατο νερό κι έφερε το θεριό ζωντανό!
-Εγώ είμαι, του είπε, έρχεσαι;

Έγιναν έτσι τρεις συνοδοιπόροι. Προχωρούσαν σε άγνωστες στράτες ως τα μέρη της μεγάλης όμορφης. Κάπου στο δρόμο βρήκαν έναν που ανέβαινε έναν ανήφορο ζαλωμένος ένα μοναστήρι. Και τραγουδούσε. Ο Γιαννάκης τον θαύμασε κι εκείνον για την ικανότητά του. Μα η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε έκανε φίλο και τον άνθρωπο που μπορούσε να μεταφέρει ένα ολόκληρο μοναστήρι.

Περπάτησαν ακόμα πολλές μέρες. Κάποτε, έφτασαν στο σπίτι της όμορφης του τόπου. Ειδοποίησαν τους ανθρώπους της ότι ήρθαν να πάρουν την κόρη τους. Εκείνοι είπαν ότι αύριο θα τους δώσουν απάντηση. Τη νύχτα κρυφάκουσε εκείνος που αφουγκραζόταν στον Κάτω Κόσμο. Αποφάσισαν να μελανιάσουν εκατό κορίτσια και να τα βάλουν στο χορό με την ίδια φορεσιά. Αν θα τη γνώριζαν, ας την έπαιρναν.

Ο Γιαννάκης έκαψε το φτερό του μελισσιού κι αμέσως μαζεύτηκαν γύρω του, έτοιμα να εξυπηρετήσουν, εκατοντάδες μελίσσια, που γλίτωσαν από το κρύο με τη φωτιά που τους άναψε εκείνη τη νύχτα ο Γιαννάκης.

-Τι ανάγκη έχεις; τον ρώτησαν.

Τους εξήγησε και την άλλη μέρα ένα μελίσσι στάθηκε στο μέτωπο της μελανιασμένης όμορφης. Τη γνώρισε, λοιπόν, ο Γιαννάκης, μα οι γονείς της έφεραν άλλα προσκόμματα.

Ο δυνατός από τα αυτιά άκουσε πως αύριο θα γέμιζαν ένα αλώνι με πολύσπορα κι αν θα τα χώριζε σε μια μέρα, η όμορφη θα ήταν δική του. Εκείνος έβγαλε από την ταμπακιέρα του το πόδι του μυρμηγκιού, το έκαψε και να, σε λίγο στρατιές από μυρμήγκια περίμεναν εντολή να αρχίσουν δουλειά. Ως το μεσημέρι ο πολύσπορος σωρός ήταν χωρισμένος. Αλλού το στάρι, αλλού το κριθάρι, αλλού το ρόβι, αλλού η βρώμη.

-θα σκεφτούμε ακόμη, είπαν οι γονείς της.

Για αύριο θα την έβαζαν καβάλα σε ένα άλογο που θα ‘τρεχε κι αν θα την έφτανε ας την έπαιρνε…

Έτοιμος ο λαγοκυνηγός με τα χερόμπουλα. Άφησε το άλογο κι απομακρύνθηκε κάμποσο και ύστερα κίνησε. Σε πέντε λεπτά έφερε την όμορφη στο σπίτι της.

-Όχι, επέμεναν οι γονείς της. Ακόμα απόψε κι αύριο την παίρνετε.

Εκείνη τη νύχτα την έκλεισαν σε ένα πολύ περιορισμένο δωμάτιο. Αυτήν τη φορά είχε το λόγο ο καλόγερος με το μοναστήρι. Ζαλώθηκε το δωμάτιο μαζί με την όμορφη. Κι έφυγαν νύχτα όλοι τους. Στο δρόμο ξύπνησε η κοπέλα κι άρχισε τα κλάματα.

-Εγώ δεν ήμουν για σένα. Εγώ ήμουν για τον Μπιρμπιληγιαννάκη!
-Μην ανησυχείς. Εγώ είμαι ο Μπιρμπιληγιαννάκης, της απάντησε ο ικανός Γιαννάκης. Να, εδώ έχω το αθάνατο νερό, είπε και της έδειξε το στήθος του.

Έφτασαν, έτσι, στο σπίτι του βασιλιά. Όλοι θαύμασαν τον άξιο Μπιρμπιληγιαννάκη για τα κατορθώματά του. Μονάχα ο βασιλιάς κι ο βεζίρης ήταν δυσαρεστημένοι. Φοβούνταν μήπως ο Γιαννάκης τους πάρει και την εξουσία, γι’ αυτό και διέταξαν, ανοιχτά πια, να αποκεφαλιστεί. Του ‘κοψαν έτσι το κεφάλι και τον παράτησαν. Θέλησαν να κεράσουν την όμορφη καφέ. Εκείνη όμως αντιλήφθηκε ότι σκόπευαν να τη δηλητηριάσουν.

-Όχι, είπε. Εγώ θα σας κεράσω που ‘ρθα νύφη…

Εκείνοι δέχτηκαν. Ο δηλητηριασμένος καφές της ξέκανε τον βασιλιά, τον βεζίρη και τους άλλους κακούς του παλατιού. Μονάχη της τώρα κατέβηκε στα κατώγια που είχαν σφάξει τον Γιαννάκη, άνοιξε το στήθος του, βρήκε το αθάνατο νερό, του άλειψε με αυτό τις πληγές του κι εκείνος έγινε παλικάρι όπως πρώτα.

-Καλά κοιμόμουν, καημένη! της είπε ο Γιαννάκης.
-Όχι, αγαπημένε μου. εγώ για σένα ήρθα εδώ. Ξύπνα! Έλα να ζήσουμε μαζί…



«Απ’ τα παιδικά μας χρόνια» παιχνίδια και παραμύθια – Νάτσης Μπόλος

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

H χρυσόκουπα, από τη συλλογή του Νάτση Μπόλου


Στην άκρη ενός ποταμού είχε την καλύβα της μια φτωχή γυναίκα και ζούσε εκεί μαζί με το παιδί της.  Η μόνη δουλειά που έκανε το φτωχόπαιδο ήταν το ψάρεμα.  Έπιανε ψάρια κάθε μέρα στο ποτάμι και τα πουλούσε.  Κάποια μέρα όμως τα δίχτυα του δεν έβγαλαν κανένα ψάρι.  Κατά το δειλινό, γυρίζοντας άπραχτο, έριξε και μια φορά το δίχτυ.  Το παράξενο!  Και πάλι τίποτε.  Μα μέσα στο δίχτυ ήταν ένα στρογγυλό αντικείμενο.  Το πήρε, το κοίταξε και κείνο άστραφτε.  Ήταν μια μαλαματένια κούπα.

«Τι να σε κάνω;», μονολογούσε σαν βγήκε στην άκρη.  «Δεν είσαι ψάρι.  Είσαι ένας γυαλιστερός τενεκές!  Στο σπίτι μου θέλω ψάρια, πολλά ψάρια.  Να φάω με τη μάνα μου, να πουλήσω και στην αγορά». 

Και το παιδί έπιασε τα μάτια με τα χέρια του και βυθίστηκε σε συλλογή.  Ύστερα από λίγο άνοιξε τα μάτια του και κίνησε να φύγει.  Μα τι να δει!  Δεν μπορούσε να σηκώσει το δίχτυ του. Ήταν γεμάτο ψάρια.  Το ανέβασε με κόπο στην καλύβα και δε συγκρατούνταν από τη χαρά και τη συγκίνηση.  Στη μητέρα του όμως δε μαρτύρησε πως βρήκε όλα εκείνα τα ψάρια.  Της έδειξε μονάχα την κούπα και την έστειλε να ζητήσει για νύφη την κόρη του βασιλιά.

-Τι λες, γιε μου; του είπε παραξενεμένη η μάνα του.  Η βασιλοπούλα νύφη μας;

Ο γιος της όμως επέμενε.  Και η μάνα αποφάσισε, πέρασε το ποτάμι και πήγε αντίπερα στα παλάτια του βασιλιά.

-Αν κι ο γιος σου, της είπε ο βασιλιάς, θα φτιάξει ένα παλάτι σαν το δικό μου, δική του η κόρη μου!

Ο φτωχογιός είπε το βράδυ είπε το βράδυ της χρυσόκουπας την επιθυμία του και το πρωί, στη θέση της καλύβας, υψωνόταν ένα μεγαλειώδικο παλάτι, καλύτερο από του βασιλιά.

Η μητέρα του μοναχογιού πήγε ξανά στο βασιλιά.

-Θέλω να φτιάσει κι ένα μεγάλο γιοφύρι από το παλάτι μου ως το δικό σας.

Το άλλο πρωί και το γιοφύρι ήταν έτοιμο.  Ο βασιλιάς ετοίμασε την κόρη του και κάτι της ψιθύρισε στο αυτί.

Η βασιλοπούλα έγινε νύφη της φτωχής χήρας.  Το βράδυ, σαν πήγαν να πλαγιάσουν, παρακάλεσε τον άντρα της να της πει πως μπορεί και κάνει όλα αυτά τα θαύματα.  Και κείνος της διηγήθηκε όλη την ιστορία και της έδειξε τη χρυσόκουπα, που κρατούσε κάτω από το μαξιλάρι του.  Η κόρη του βασιλιά περίμενε όσο κοιμήθηκε ο άντρας της, πήρε την κούπα κι έφυγε για το παλάτι της.  Βγαίνοντας έξω είπε της κούπας να κάμει το καινούριο παλάτι πάλι καλύβα και, σαν πέρασε και το γιοφύρι, με τη βοήθεια της κούπας το χάλασε στο λεπτό.  Ευχαριστήθηκε κι αυτή κι ο πατέρας της, που τη συμβούλεψε.

Το πρωί ο γιος της χήρας βρέθηκε στο πρώην φτωχοκάλυβο.  Έκλαψε πολύ μπροστά στη μάνα του, όχι γιατί έχασε τη βασιλοπούλα και το παλάτι, αλλά γιατί δεν είχε μαρτυρήσει στη μάνα του το μυστικό της χρυσόκουπας.  Της διηγήθηκε τη συνέβη και κείνη τον καθησύχασε.

-Άκουσε, παιδί μου, του είπε.  Εσύ τα έπαθες αυτά γιατί περιφρόνησες τους ανθρώπους της σειράς μας, τους απλούς και αγαθούς ανθρώπους, που μας πρέπουν και τους πρέπουμε.  Ζήλεψες τη βασιλοπούλα.  Οι πλούσιοι, παιδί μου, είναι κακοί και χειρότεροι από όλους τους βασιλιάδες.  Γι’ αυτό μη στενοχωριέσαι.  Κι εμείς θα ζήσουμε με τη φτώχεια μας.

Η γάτα του σπιτιού κατάλαβε την ανησυχία και πήγε στο παλάτι του βασιλιά.  Μπήκε σε όλα τα δωμάτια ώσπου βρήκε την κούπα και νύχτα την πήρε στα δόντια της και ξεκίνησε για το φτωχοκάλυβο.  Πηδώντας μια πέτρα στη μέση στο ποτάμι, της έπεσε η κούπα στο νερό.  Πήγε κι αυτή στενοχωρημένη στο σπίτι και διηγήθηκε στον νοικοκύρη της, τι της συνέβη.

Την άλλη μέρα ο λεβέντης άρπαξε τα δίχτυα του, ανέβηκε στη βάρκα και μπήκε στο ποτάμι.  Απόλυσε το δίχτυ στο βυθό και ύστερα από κάμποσα σβαρίσματα έβγαλε επιτέλους τη χρυσόκουπα.

Ο γιος της φτωχής χήρας έφτιασε πάλι ένα παλάτι, καλύτερο από το πρώτο.  Για γυναίκα διάλεξε την καλύτερη κοπέλα της φτωχογειτονιάς.  Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!



«Απ’ τα παιδικά μας χρόνια» παιχνίδια και παραμύθια – Νάτσης Μπόλος

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Το αστρί και το φεγγάρι, από τη συλλογή του Νάτση Μπόλου

Ένας νέος ανύπαντρος βασιλιάς ήθελε να διαλέξει μια από τις καλύτερες κοπέλες της πολιτείας για γυναίκα του. Και σαν βασιλιάς που ήταν και είχε τη δύναμη όλη στα χέρια του, διέταξε να σβήσουν, ως και στα σπίτια μέσα, όλα τα φώτα στην πολιτεία ένα βράδυ. Και έβαλε ανθρώπους να κρυφακούνε στα σπίτια και να του πουν τι θα άκουγαν.

Από όσα έμαθε την άλλη μέρα, του έκαμε μεγαλύτερη εντύπωση η συζήτηση τριών αδερφάδων ενός φτωχόσπιτου.

Η πρώτη είχε πει: «Αν παντρευτεί εμένα το βασιλόπουλο, θα του σιγουρεύω το ψωμί που χρειάζεται να φάει ο στρατός τους».

Η δεύτερη είχε πει: «Αν παντρευτεί εμένα το βασιλόπουλο, θα του σιγουρέψω το προσφάι που χρειάζεται να φάει ο στρατός του».

Η τρίτη είχε πει: «Αν παντρευτεί εμένα το βασιλόπουλο, θα γίνω η καλύτερη μητέρα. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Το αγόρι θα ‘χει ζωγραφισμένο στο μέτωπό του το φεγγάρι. Το κορίτσι θα ‘χει στο μέτωπό του το λαμπρότερο αστέρι».

Το βασιλόπουλο αποφάσισε να παντρευτεί την τρίτη αδερφή. Οι δυο άλλες κακοφανίστηκαν και προσπάθησαν να μπουν και κείνες στο παλάτι μαζί της. και το πέτυχαν. Έπεισαν τον βασιλιά ότι θα φροντίζουν την αδερφή τους και τα μικρά τους παιδάκια. Έγινε μεγάλος γάμος και το βασιλόπουλο κάλεσε πολλούς από τους ανθρώπους της απλής και καλόκαρδης νύφης.

Κόντευε να περάσει χρόνος από τότε και ο βασιλιάς μπήκε σε πόλεμο. Σίγουρος όμως ότι η γυναίκα του θα του χάριζε ένα αγοράκι φεγγαρομέτωπο κι ένα κορίτσι που θα λάμπει σαν το άστρι της αυγής, τράβηξε για το μέτωπο με θάρρος και με ελπίδα ότι θα γυρίσει νικητής. Κι έτσι κι έγινε. Το βασιλόπουλο αυτό, ο βασιλιάς του τόπου δηλαδή, γύρισε νικητής ύστερα από τρεις – τέσσερεις μήνες.

Στο μεταξύ, η καλή του γυναίκα έκαμε αλήθεια δυο δίδυμα, ένα φεγγαρομέτωπο αγόρι και μια αστροστολισμένη κόρη. Οι αδερφές της όμως που τη φρόντιζαν, επειδή τη μισούσαν και ήθελαν να γίνουν αυτές βασίλισσες, βρήκαν την ευκαιρία που έλειπε ο βασιλιάς, έκλεισαν τα δυο δίδυμα σε ένα όμορφο κασονάκι και το ‘ριξαν στη θάλασσα. Στη σαμαρίτσα των μικρών έβαλαν δυο γατάκια. Φοβέρισαν την αδερφή τους ότι θα τη φαρμακώσουν και περίμεναν χαρούμενες να γυρίσει ο βασιλιάς.

Ο βασιλιάς, που γύρισε νικητής από τον πόλεμο, αντί για παιδιά βρήκε δυο γατάκια. Και το πίστεψε αυτό, γιατί στην υπηρεσία της γυναίκας του είχε τις δυο αδερφές της. οργίστηκε κατά της άκακης γυναίκας και της καθόρισε να μείνει σε μια γωνιά στο διάδρομο του παλατιού, για να τη φτύνουν όσοι θα επισκέπτονται τον βασιλιά.

Το σεντουκάκι με τα δυο δίδυμα το βρήκε στη θάλασσα ένας ψαράς. Το πήρε, το άνοιξε και είδε να λάμπουν τα δυο τους σαν ο αυγερινός και σαν το φεγγάρι. Τα μεγάλωσε με ενδιαφέρον και υποψιάστηκε ότι τα παιδιά αυτά, τα τόσο όμορφα και λαμπρά από την ώρα που γεννήθηκαν, πρέπει να σχετίζονται με τα λόγια της φτωχής κοπέλας, που έγινε βασίλισσα. Σαν έμαθε ότι ο βασιλιάς βρήκε στην κούνια των παιδιών δυο γατάκια, φαντάστηκε ότι αυτά τα δυο παιδάκια θα ήταν παιδιά του βασιλιά.

Τα ψυχοπαίδια του ψαρά μεγάλωσαν κι άρχισαν να βγαίνουν στο παζάρι. Κάποια μέρα τα αγνάντεψε ο βασιλιάς, όμορφα και καλοκαμωμένα, που έλαμπαν σαν το φεγγάρι του Αυγούστου και σαν το αστέρι της αυγής. Τα πλησίασε και τα ρώτησε ποιοι είναι οι γονείς τους.

-Εμείς έχομε μονάχα πατέρα, απάντησαν καλόκαρδα τα παιδάκια. Είναι ο ψαράς που κάθεται σε κείνη την καλύβα, και του ‘δειξαν προς την παραλία.

Ο βασιλιάς προσκάλεσε στο παλάτι του τον ψαρά με τα δυο παιδιά, γιατί τα μάτια τους σαν κάτι να του ‘λεγαν. Τώρα, ο ψαράς πείστηκε περισσότερο ότι τα παιδιά ήταν πραγματικά εκείνα που υποψιάστηκε, όμως δεν είχε πώς να το αποδείξει. Γι’ αυτό κι έτρεξε πρόθυμος στο παλάτι μήπως εξακρίβωνε κάτι για να αποδείξει την υποψία του.

Σαν μπήκαν στο παλάτι, είδαν σε μια γωνιά μια γυναίκα περιφρονημένη, με πονεμένη ψυχή να κοιτάζει τα παιδιά με θλίψη και με κρυφή και τελευταία ελπίδα.

-Φτύστε την παιδιά μου, τους είπαν οι υπηρέτες του βασιλιά.
-Τι μας έκαμε για να τη φτύσουμε; Είπαν τα παιδιά με απορία. Και χωρίς να χασομερήσουν, ρίχτηκαν στην αγκαλιά της, χωρίς να ξέρουν γιατί.

Οι δυο κακές αδερφές υποψιάστηκαν πως θα τους βγουν τα άπλυτα στη φόρα κι ανέβηκαν στο πάνω πάτωμα. Άρχισε τις υποψίες του κι ο βασιλιάς ζήτησε από τις δυο αδερφές να μολογήσουν τι έγινε όταν τέκνησε η αδερφή τους. Την απορία όμως την έλυσε ο ψαράς. Τους διηγήθηκε που βρήκε τα δίδυμα και τους έδειξε και το σεντούκι. Το κασονάκι εκείνο ήταν ένα καλοφτιαγμένο έπιπλο, που το ‘χε η μάνα του βασιλιά ενθύμιο από το πατρικό της. ο βασιλιάς κατάλαβε ότι εδώ μεσολάβησε κάποια σκευωρία. Πίεσε τις κακές αδερφές κι εκείνες υποχρεώθηκαν να μαρτυρήσουν την κακή τους πράξη.

Ο βασιλιάς τις έδιωξε με πομπή κι έκαμε δεύτερο γάμο με την καλή του γυναίκα και τα αστροστολισμένα του παιδιά. Και την καλύβα του ψαρά την έφτιαξε μεγάλο κι αρχοντικό παλάτι.



«Απ’ τα παιδικά μας χρόνια» παιχνίδια και παραμύθια – Νάτσης Μπόλος