Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Το μεγάλο στοίχημα, από τη συλλογή του Νάτση Μπόλου


Ήταν ένας αρχιμάστορας, χτίστης άξιος και ικανός και καλός οικογενειάρχης, παντρεμένος με μια γυναίκα καλή, όμορφη και τίμια. Είχε και μια συντροφιά από δεκαπέντε μαστόρους και έχτιζαν σοβαρά κτίρια, μεγάλα σπίτια και παλάτια.

Κάποτε ζήτησαν τον αρχιμάστορα και την παρέα του να φτιάξουν ένα μεγάλο σπίτι ενός πλούσιου, μακριά, πολύ μακριά, τέσσερις μέρες δρόμο. Ο αρχιμάστορας ήθελε αλήθεια χρήματα, αλλά συλλογίζονταν τη γυναίκα του πώς να την αφήσει μόνη της. η γυναίκα τον κατάλαβε και τον ρώτησε τι έχει. Στο τέλος της είπε το μυστικό του.

-Δεν φοβούμαι και δεν γελιούμαι εγώ, του απάντησε εκείνη. Πήγαινε και δούλεψε ήσυχος. Πάρε και αυτή την ταμπακέρα και, αν σου σκουριάσει, τότε εγώ μπορεί να πάθω κακό ή να σε ξεχάσω…

Ο αρχιμάστορας έφυγε ήσυχος. Όταν δούλευε όμως, κάθε λίγο και λιγάκι, έβγαζε την ταμπακέρα από την τσέπη του, την άνοιγε, την κοίταζε γύρω – γύρω και την ξανάβαζε στη θέση της. αυτό το μπάσε – βγάλε της ταμπακέρας το έκανε πολλές φορές την ημέρα κι έπεσε στο μάτι του σπιτονοικοκύρη, που παρακολουθούσε τους μαστόρους και τη δουλειά που κάνουν. Γι’ αυτό και μια μέρα από τις πολλές, τον ρώτησε. Ο αρχιμάστορας, στην αρχή θέλησε να μην πει τίποτε, μα στην επίμονη περιέργεια του αφεντικού του, δεν άντεξε και εκμυστηρεύτηκε.

-Σε γέλασε! Του είπε. Πώς το ‘χαψες ένα τέτοιο ψέμα;

Ο αρχιμάστορας επέμενε στην εμπιστοσύνη της γυναίκας του, μα κι ο νοικοκύρης του βάλθηκε να του αλλάξει τη γνώμη.

-Βάζουμε στοίχημα; Του είπε.

Κι έβαλαν στοίχημα. Μεγάλο και βαρύ. Αποφάσισαν να στείλουν στη γυναίκα το ομορφότερο παιδί της παρέας. Αν η γυναίκα θα ξεχνούσε τον αρχιμάστορα και η ταμπακέρα δεν θα λέρωνε, τότε ο αρχιμάστορας θα τελείωνε το έργο και δεν θα πληρωνόταν, μάλιστα θα πλήρωνε και τους άλλους χτίστες. Ενώ, αν η γυναίκα θα κρατούσε τον λόγο της και την αξιοπρέπειά της, τότε ο σπιτονοικοκύρης θα πλήρωνε όλα τα έξοδα του σπιτιού και το σπίτι θα το έπαιρνε ο αρχιμάστορας!

Έφυγε το παιδί και γύρισε ύστερα από δέκα μέρες. Έφερε στον αρχιμάστορα το δαχτυλίδι και το «μυστικό» ότι η γυναίκα του έχει μια ελιά στο στήθος της. η ταμπακέρα του μάστορα δεν είχε λερώσει καθόλου, όμως εκείνος πίστεψε ότι η γυναίκα του τον παράτησε, αφού έδωσε σ’ άλλον το δαχτυλίδι της. Γι’ αυτό δούλευε απελπισμένος, ενώ ο περήφανος και κακός από καρδιά σπιτονοικοκύρης έτριβε τα χέρια του ικανοποιημένος, γιατί κέρδισε ένα μεγάλο στοίχημα. Ο πρωτομάστορας έπαιρνε κάθε βράδυ στο δωμάτιό του από έναν σύντροφο για να περνάει την ώρα και να διώχνει τη στεναχώρια. Στη γυναίκα του δεν έστελνε πια γράμματα. Και κείνη υποψιάστηκε για κάτι κακό που θα του συνέβαινε, γι’ αυτό και ξεκίνησε να πάει να βρει τον άντρα της.

Στον δρόμο συνάντησε έναν τσοπάνο και τον παρακάλεσε να της δώσει τα φορέματά του. Φορέθηκε με τα πιστικιάτικα, σκέπασε και το κεφάλι της με σκούφιες και καπέλα, κρέμασε και ψεύτικα μουστάκια και τράβηξε για την άλλη πόλη, που δούλευε ο νοικοκύρης της. Ύστερα από κάμποσες μέρες έφτασε στην πόλη και βρήκε την παρέα που έχτιζε το μεγάλο σπίτι. Αντάμωσε με τον αρχιμάστορα και τον έπιασε φίλο. Αυτός ο άγνωστος και παράξενος άνθρωπος, που τον συντρόφευε τα βράδια στο δωμάτιό του, τον κατάφερε με τρόπο να εκμυστηρευτεί το χάλι του.

Ο ξένος αυτός φάνηκε γνωμικός άνθρωπος και κέρδισε τη συμπάθεια όλων των μαστόρων και του σπιτονοικοκύρη μαζί. Και μια βραδιά ξανάρχισε την ιστορία στον πρωτομάστορα. Συζητώντας μπόρεσε κι έβαλε τον άντρα της σε υποψία ότι το δαχτυλίδι ίσως και το πήρε κρυφά. Τον κατάφερε να ξανακαλέσει τον σπιτονοικοκύρη και το παιδί, που το έφερε το δαχτυλίδι, για να διηγηθεί και μια φορά πως έκαμε. Ο αρχιμάστορας πείστηκε και, την αυριανή που ήταν Κυριακή και είχαν ανάπαυση, κάλεσε το παιδί να διηγηθεί πως μπόρεσε και του γνώρισε τη γυναίκα.

Ο νέος άρχισε να διηγείται με περηφάνια τα κατορθώματά του, τάχα, τα σημάδια του σπιτιού, πως του ‘δωσε το δαχτυλίδι, για την ελιά…

-Κι αυτό είναι όλο; Ρώτησε ο ξένος.
-Ναι! Του είπε εκείνος ο νέος. Ενώ η ταμπακέρα του μάστορα δεν λέρωσε…
-Να ντραπείς παλιόπαιδο, του αντιλογήθηκε ο ξένος. Κι αμέσως πέταξε τη σκούφια και τα μουστάκια, πέταξε το ταλαγάνι κι έβγαλε τα ποτούρια του τσοπάνου. Άνοιξε τα στήθια της, έδειξε την ελιά και συνέχισε:
-Και τι είδες άλλο εκτός από αυτή την ελιά; Το δαχτυλίδι το βρήκες στο μπάνιο της γειτόνισσας, που το ξέχασα εγώ και την ελιά την είδες από την κλειδαρότρυπα του μπάνιου. Και τι άλλο έκαμες; Κι αυτά τα κατάφερες, γιατί πλήρωσες ακριβά τη γριά γειτόνισσα..

Το παιδί τα ‘χασε. Άρχισε να τραυλίζει και παραδέχτηκε όλα όσα του είπε η γυναίκα.

Η παρέα έδιωξε από τη συντροφιά τον ψεύτη σύντροφο κι ο αρχιμάστορας κέρδισε το σπίτι του πλούσιου. Μα δεν το θέλησε, το περιφρόνησε. Ζήτησε μονάχα τα δουλευτικά ως εκείνη την ώρα και παράτησε την περήφανο και ραδιούργο σπιτονοικοκύρη. Έφυγε μαζί με τη συντροφιά του, εκτός από τον ψεύτη, κι έζησε ευτυχισμένος με την καλή του γυναίκα. Αυτός καλά κι εμείς καλύτερα!



«Απ’ τα παιδικά μας χρόνια» παιχνίδια και παραμύθια – Νάτσης Μπόλος


Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Ο Μπιρμπιληγιαννάκης, από τη συλλογή του Νάτση Μπόλου

Μια φορά κι έναν καιρό, παιδιά μου, σε πολύ παλιά χρόνια, τότε που ήταν οι βασιλιάδες, οι πασάδες και οι βεζίρηδες, ζούσε κι ένας βασιλιάς με μια βασίλισσα. Δεν είχαν όμως παιδιά και πήραν ένα ψυχοπαίδι. Γιαννάκη το ‘λεγαν το παιδί.

Ο Γιαννάκης μεγάλωνε κι ομόρφαινε και γινόταν άξιο παλικάρι. Αγαπούσε πολύ το κυνήγι και στα δεκαπέντε του χρόνια είχε γίνει κιόλας τέλειος κυνηγός. Ο Γιαννάκης μας είχε ένα θείο, αδερφό της μητέρας του, που τον αγαπούσε πολύ και τον συμβούλευε για το καθετί στη ζωή του. Μάλιστα ο θείος του καταλάβαινε αν ο ανιψιός του θα ‘χε επιτυχίες ή όχι στο κυνήγι του.

Κάποιο πρωί, ο Γιαννάκης, όπως πάντα, πέρασε από το σπίτι του θείου του, τον καλημέρισε και ξεκίνησε για κυνήγι.

-Στάσου! του φώναξε ο θείος. Μη φεύγεις, άκουσε πρώτα…

Ο Γιαννάκης άκουγε με προσοχή.

-Σήμερα, συνέχισε ο θείος του, δε θα βρεις κυνήγι. Θα σου βγει, όμως, ένα πολύ όμορφο ζώο. Να μην το σκοτώσεις, γιατί θα ‘χεις να υποφέρεις πολλά…

Ο Γιαννάκης έφυγε για το δάσος. Δεν προχώρησε πολύ και να, πρόβαλε μπροστά του ένα πολύ όμορφο τετράποδο και του στάθηκε είκοσι βήματα μπροστά. Σήκωσε το όπλο του. Το σημάδεψε κατάστηθα και, την ώρα που θα τραβούσε τη σκανδάλη, θυμήθηκε τη συμβουλή του θείου του: «να μην το σκοτώσεις». Κατέβασε μετανιωμένος το ντουφέκι, πήρε μια πέτρα και έριξε προς το όμορφο ζώο. Κι εκείνο ξεκίνησε, σιγοπερπατώντας και σιγοπηδώντας, κατέβηκε σε μια ρεματιά, έσκυψε στο γάργαρο νερό, δάγκωσε ένα τρυφερό βλαστάρι γράβου σκουλαρικάτου και χάθηκε στα χαμόκλαδα…

Πέρασε όλη η μέρα, γυρίζοντας από δάσος σε δάσος, μα συνέβη έτσι όπως προείδε ο θείος του. Δεν βρήκε καθόλου κυνήγι.

Ήταν ο ήλιος στο βασίλεμά του κι ο Γιαννάκης έριξε το όπλο στην πλάτη του και πήρε το δρόμο για το σπίτι. Μα να, στο αντικρινό μονοπάτι κάποιος θόρυβος και, σε λίγο, το περίεργο εκείνο ζώο, που βρήκε το πρωί, ξαναφάνηκε, πλησίασε και στάθηκε πάλι είκοσι βήματα μακριά από τον Γιαννάκη. Εκείνος το κοίταξε, σκέφτηκε την αποτυχία ολόκληρης τηε μέρας, αψήφησε τη συμβουλή του θείου του και με το «μπαμ» το όμορφο ζώο σωριάστηκε νεκρό.

Σαν ζύγωσε με αυτό στην άκρη της πόλης και κοντά στα σαράγια του βασιλιά, έλαμψε ο τόπος και φεγγοβόλησαν τα μάρμαρα.

Ο βεζίρης από το αντικρινό παλάτι, ζήλεψε το βασιλιά και περισσότερο το άξιο παλικάρι, γι’ αυτό και βάλθηκε να το καταστρέψει. Την άλλη μέρα, πρωί – πρωί, είπε στο βασιλιά:

-Πολυχρονεμένος να ‘σαι, βασιλιά μου! Αυτό το παιδί σου έλαμψε το σαράι σου. Μα το λαμπρό αυτό ζώο χρειάζεται φιλντισένια κάμαρη για να βάλεις το δερμάτι του…

Κι ο βασιλιάς, ο μανιακός εκείνος άνθρωπος του πλούτου και της πολυτέλειας, τόσο ήθελε:

-Άκου, Γιαννάκη, γιόκα μου. Για το όμορφο αυτό ζουλαπικό που κουβάλησες δεν έχουμε τον τόπο που πρέπει. Η κάμαρη που θα βάλουμε το δερμάτι του πρέπει να ‘χει τους τοίχους φορεμένους με φίλντισι. Κάμε όπως θέλεις. Χρειάζομαι σαράντα οκάδες φίλντισι.

Ο Γιαννάκης έτρεξε στο θείο του. Και κείνος, σαν παντογνώστης, τον συμβούλεψε:

-Θα ζητήσεις, παιδί μου, από το βασιλιά να σου δώσει από δέκα οκάδες απόσταγμα αμάραντου και δεντρολίβανου και δέκα οκάδες δάκρυ της περγουλιάς. Θα τα πάρεις και θα τα πας στο βάλτο της πλατανιάς. Θα περιμένεις ώσπου να βγει το άστρι της μέρας και, μόλις κρούξει εκείνο, θα ρίξεις πρώτα το δάκρυ της περγουλιάς μέσα στο βάλτο και ύστερα μαζί τα δυο αποστάγματα, θα τα ανακατώσεις δυνατά και θα περιμένεις όσο να βγει ο ήλιος. Τότε θα αρχίσει να σχηματίζεται το φίλντισι, να το μαζέψεις γρήγορα για να μη λερώσει από τα νερά του βάλτου και να το φορτώσεις στο δισάκι.

Ο βασιλιάς ετοίμασε ό,τι του ζήτησε ο Γιαννάκης, του φόρτωσε ένα γερό άλογο κι ο Γιαννάκης έφθασε στο βάλτο της πλατανιάς κατά το σούρουπο. Την άλλη μέρα γύρισε με το φίλντισι μπροστά από το μεσημέρι.

Ο βεζίρης θύμωσε πιο πολύ και με τον πονηρό του τρόπο υποκίνησε τον βασιλιά να ζητήσει από τον Γιαννάκη να φέρει το «αθάνατο νερό», για την υγεία του, για την υγεία της βασίλισσας και των αυλικών.

Πάλι ο θείος συμβούλεψε τον Γιαννάκη:

-Το αθάνατο νερό παιδάκι μου, βρίσκεται στη σπηλιά της νυχτερίδας. Εκεί πέρα σε εκείνο το μακρινό βουνό με τα έλατα τα ψηλά. Ανάμεσα στα έλατα υπάρχουν μεγάλοι βράχοι με μεγάλες χαραμάδες. Μόνο μια χαραμάδα είναι η θύρα της σπηλιάς. Κι αυτή θα την καταλάβεις από τα νυχτοπούλια που μπαινοβγαίνουν. Θα μπεις μέσα στη σπηλιά και θα ακούσεις να χύνονται νερά. Θα προσπαθήσεις να ξεχωρίσεις μια βρύση, που βγάζει χοντρές σταλαματιές και που πέφτουν κάτω με πάταγο. Εκεί θα γιομίσεις την μπουκάλα που θα ‘χεις μαζί σου και θα βγεις έξω. Θα σκίσεις το στήθος σου και θα αδειάσεις την μπουκάλα μέσα. Ενώ το ίδιο το νερό θα κλείσει την πληγή. Θα τη γιομίσεις κάπου με οτιδήποτε νερό και θα τους τη δώσεις σαν «αθάνατο».

Ύστερα από μια βδομάδα ο Γιαννάκης γύρισε στο παλάτι με το «αθάνατο» νερό. Κέρασε τον βασιλιά και τον βεζίρη κι εκείνοι, σίγουροι πως πίνουν αλήθεια το νερό που θα τους έκανε αθάνατους, έπλεξαν νέες μηχανορραφίες κατά του παλικαριού.

Πρέπει, του είπαν, να σκοτώσεις το θηρίο, που μαστίζει την περιοχή και τρώγει όποιον βρει και ό,τι βρει μπροστά του.

Σύμφωνα με τη συμβουλή του θείου του, ο Γιαννάκης πήρε από το βασιλιά είκοσι οκάδες ρακί και άλλο τόσο κρασί. Πήρε ένα σίδερο αναμμένο για χαλινάρι και πήγε στη βρύση που το θηρίο πήγαινε πρωί – πρωί κι έπινε νερό. Έκλεισε το βρύση κι άδειασε σε μια λακκούβα το ρακί και το κρασί, ανέβηκε στον πλάτανο της βρύσης και περίμενε. Σε λίγο, ακούστηκε δυνατός θόρυβος, βρυχηθμοί και βουητά. Σείονταν τα δέντρα που του ‘βγαιναν μπροστά κι έτριζε ο τόπος. Ζύγωσε στη βρύση μα, αντί νερό, ήπιε όσο μπόρεσε ρακί και κρασί. Ξαπλώθηκε χάμω, κυλίστηκε και ετοιμάστηκε να αναστυλωθεί να φύγει. Τα πόδια του, όμως, δεν στηρίζονταν. Τα σιαγόνια του έμεναν ανοιχτά και στάλαζαν σάλια. Η γλώσσα του κρέμονταν κάτω από τα χείλια και τα μικρά του μάτια έγιναν πιο μικρά.

Ο Γιαννάκης κατέβηκε γρήγορα από τον πλάτανο κι έμπηξε το πυρακτωμένο χαλινάρι ανάμεσα στα σαγόνια του τέρατος. Το θηρίο, σαν να συνήλθε από τη μέθη, ακολούθησε το λεβέντη που το ‘σερνε πίσω από το άλογό του. Σαν έφτασε στην αντικρινή ράχη από τα σαράγια του βασιλιά, το σκούντησε και κείνο βρυχήθηκε τόσο δυνατά, ώστε τραντάχτηκαν οι θύρες του παλατιού. Η γυναίκα του πανούργου βεζίρη λιποθύμησε από το φόβο της κι ο τρόμος συντάραξε και τον βεζίρη και τον ίδιο τον βασιλιά. Γι’ αυτό κι έστειλαν στρατιώτες και σκότωσαν το θηρίο, που έφερε ως εδώ ο άξιος Γιαννάκης.

-Ε, λεβέντη μου, του είπαν κι ο βασιλιάς κι ο βεζίρης μαζί. Τώρα σου ανήκει η όμορφη του τόπου. Θα σου δώσουμε ό,τι ζητήσεις και να πας να τη βρεις. Χαλάλι σου!

Ο βεζίρης όμως αλλού είχε το σκοπό του. Σκεφτόταν να εξοντώσει τελειωτικά τον Γιαννάκη. Και το πίστευε αυτό, σαν θα πήγαινε να ζητούσε την πιο όμορφη κοπέλα του τόπου, σ’ ένα μέρος που την προστάτευαν και τη φρουρούσαν σαν τον πιο πολύτιμο θησαυρό.

Στο μεταξύ, τα κατορθώματα του Γιαννάκη έγιναν στην περιοχή και ο λαός άρχισε να λατρεύει το παλικάρι σαν ήρωα. Και για να τον ξεχωρίσουν από τους άλλους Γιαννάκηδες, τον είπαν Μπιρμπίλη, δηλαδή «αηδόνι». Ζηλευτός για την εξυπνάδα, το θάρρος και την παλικαριά του όσο και το αηδόνι και το άφθαστο τραγούδι του. Γι’ αυτό κι ο Γιάννης μας έγινε γνωστός πια σαν Μπιρμπιληγιαννάκης.

Ο θείος ξανασυμβούλεψε τον Γιαννάκη:

-Άκου, παιδί μου. Εκτός από τους κακούς ανθρώπους, που ποτέ δεν πρέπει να τους κάνεις συντροφιά, μας χρειάζονται όλοι οι άλλοι. Μην περιφρονείς κανέναν. Να βοηθάς και να προστατεύεις τους αδύνατους. Να μη σου αρέσει ο εαυτός σου και να μη νομίζεις ότι εσύ είσαι ο εξυπνότερος και ο αξιότερος στον κόσμο. Μη φοβάσαι τη ζωή. Να είσαι αποφασιστικός, αλλά μετρημένος. Και τώρα, ξεκίνα με πεποίθηση κι όλα θα ‘ναι με σένα…

Κι ο Μπιρμπιληγιαννάκης ξεκίνησε. Διάβηκε βουνά και δάση, ρεματιές και ποτάμια. Κάπου, σ’ ένα ρεματάκι, προσπαθούσαν να περάσουν ασήμαντα μυρμηγκάκια. Το νερό τα σβάρνιζε. Ο Γιαννάκης πήρε ένα ξύλο και ένωσε τις δυο άκρες του δρόμου τους πάνω στο νερό. Τα μυρμήγκια πέρασαν εύκολα και χάρισαν στον Γιαννάκη ένα ποδαράκι τους.

Προχωρώντας βρήκε ένα σμήνος μελισσιών που κρύωνε από τη δροσιά της νύχτας. Συμμάζεψε μερικά φρύγανα, τα άναψε κι έσωσε τα μελίσσια από το κρύο κι κείνα του χάρισαν μια φτερούγα τους.

Το ποδαράκι του μυρμηγκιού και τη φτερούγα της μέλισσας ο Γιαννάκης τα φύλαξε στην ταμπακιέρα του.

Συνεχίζοντας το δρόμο, συνάντησε έναν που έτρεχε να πιάσει έναν λαγό, σέρνοντας στα πόδια του και χερόμπουλα.

-Βρε, χαρά στην αξιάδα σου, παλικάρι! Τι είναι αυτό το τρέξιμο!
-Παλικάρι εγώ; απάντησε ο ξένος.
-Παλικάρι είναι ο Μπιρμπιληγιαννάκης που ήβρε το αθάνατο νερό κι έφερε το θεριό ζωντανό!
-Έλα! του είπε ο Γιαννάκης. Εγώ είμαι ο Μπιρμπιληγιαννάκης…

Ο ξένος συντροφεύτηκε με τον Γιαννάκη και εξακολούθησαν το δρόμο. Εκεί που προχωρούσαν είδαν πως κάποιος είχε ακουμπήσει το αυτί του στη γη και κάτι άκουγε.

-Τι αφουγκράζεσαι αυτού; τον ρώτησε ο Γιαννάκης.
-Σιγά, σιγά! απάντησε ο δεύτερος ξένος. Ακούω τι γίνεται στον Κάτω Κόσμο. Ένα σκυλί άρπαξε ένα ποδάρι κρέας στο χασάπικο και τσακώνεται ο χασάπης με τον νοικοκύρη του σκυλιού…
-Χαρά στην αξιάδα σου, λεβέντη μου! του είπε ο Γιαννάκης.
-Αξιάδα είναι αυτή; Αξιάδα είναι του Μπιρμπιληγιαννάκη, που ήβρε το αθάνατο νερό κι έφερε το θεριό ζωντανό!
-Εγώ είμαι, του είπε, έρχεσαι;

Έγιναν έτσι τρεις συνοδοιπόροι. Προχωρούσαν σε άγνωστες στράτες ως τα μέρη της μεγάλης όμορφης. Κάπου στο δρόμο βρήκαν έναν που ανέβαινε έναν ανήφορο ζαλωμένος ένα μοναστήρι. Και τραγουδούσε. Ο Γιαννάκης τον θαύμασε κι εκείνον για την ικανότητά του. Μα η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε έκανε φίλο και τον άνθρωπο που μπορούσε να μεταφέρει ένα ολόκληρο μοναστήρι.

Περπάτησαν ακόμα πολλές μέρες. Κάποτε, έφτασαν στο σπίτι της όμορφης του τόπου. Ειδοποίησαν τους ανθρώπους της ότι ήρθαν να πάρουν την κόρη τους. Εκείνοι είπαν ότι αύριο θα τους δώσουν απάντηση. Τη νύχτα κρυφάκουσε εκείνος που αφουγκραζόταν στον Κάτω Κόσμο. Αποφάσισαν να μελανιάσουν εκατό κορίτσια και να τα βάλουν στο χορό με την ίδια φορεσιά. Αν θα τη γνώριζαν, ας την έπαιρναν.

Ο Γιαννάκης έκαψε το φτερό του μελισσιού κι αμέσως μαζεύτηκαν γύρω του, έτοιμα να εξυπηρετήσουν, εκατοντάδες μελίσσια, που γλίτωσαν από το κρύο με τη φωτιά που τους άναψε εκείνη τη νύχτα ο Γιαννάκης.

-Τι ανάγκη έχεις; τον ρώτησαν.

Τους εξήγησε και την άλλη μέρα ένα μελίσσι στάθηκε στο μέτωπο της μελανιασμένης όμορφης. Τη γνώρισε, λοιπόν, ο Γιαννάκης, μα οι γονείς της έφεραν άλλα προσκόμματα.

Ο δυνατός από τα αυτιά άκουσε πως αύριο θα γέμιζαν ένα αλώνι με πολύσπορα κι αν θα τα χώριζε σε μια μέρα, η όμορφη θα ήταν δική του. Εκείνος έβγαλε από την ταμπακιέρα του το πόδι του μυρμηγκιού, το έκαψε και να, σε λίγο στρατιές από μυρμήγκια περίμεναν εντολή να αρχίσουν δουλειά. Ως το μεσημέρι ο πολύσπορος σωρός ήταν χωρισμένος. Αλλού το στάρι, αλλού το κριθάρι, αλλού το ρόβι, αλλού η βρώμη.

-θα σκεφτούμε ακόμη, είπαν οι γονείς της.

Για αύριο θα την έβαζαν καβάλα σε ένα άλογο που θα ‘τρεχε κι αν θα την έφτανε ας την έπαιρνε…

Έτοιμος ο λαγοκυνηγός με τα χερόμπουλα. Άφησε το άλογο κι απομακρύνθηκε κάμποσο και ύστερα κίνησε. Σε πέντε λεπτά έφερε την όμορφη στο σπίτι της.

-Όχι, επέμεναν οι γονείς της. Ακόμα απόψε κι αύριο την παίρνετε.

Εκείνη τη νύχτα την έκλεισαν σε ένα πολύ περιορισμένο δωμάτιο. Αυτήν τη φορά είχε το λόγο ο καλόγερος με το μοναστήρι. Ζαλώθηκε το δωμάτιο μαζί με την όμορφη. Κι έφυγαν νύχτα όλοι τους. Στο δρόμο ξύπνησε η κοπέλα κι άρχισε τα κλάματα.

-Εγώ δεν ήμουν για σένα. Εγώ ήμουν για τον Μπιρμπιληγιαννάκη!
-Μην ανησυχείς. Εγώ είμαι ο Μπιρμπιληγιαννάκης, της απάντησε ο ικανός Γιαννάκης. Να, εδώ έχω το αθάνατο νερό, είπε και της έδειξε το στήθος του.

Έφτασαν, έτσι, στο σπίτι του βασιλιά. Όλοι θαύμασαν τον άξιο Μπιρμπιληγιαννάκη για τα κατορθώματά του. Μονάχα ο βασιλιάς κι ο βεζίρης ήταν δυσαρεστημένοι. Φοβούνταν μήπως ο Γιαννάκης τους πάρει και την εξουσία, γι’ αυτό και διέταξαν, ανοιχτά πια, να αποκεφαλιστεί. Του ‘κοψαν έτσι το κεφάλι και τον παράτησαν. Θέλησαν να κεράσουν την όμορφη καφέ. Εκείνη όμως αντιλήφθηκε ότι σκόπευαν να τη δηλητηριάσουν.

-Όχι, είπε. Εγώ θα σας κεράσω που ‘ρθα νύφη…

Εκείνοι δέχτηκαν. Ο δηλητηριασμένος καφές της ξέκανε τον βασιλιά, τον βεζίρη και τους άλλους κακούς του παλατιού. Μονάχη της τώρα κατέβηκε στα κατώγια που είχαν σφάξει τον Γιαννάκη, άνοιξε το στήθος του, βρήκε το αθάνατο νερό, του άλειψε με αυτό τις πληγές του κι εκείνος έγινε παλικάρι όπως πρώτα.

-Καλά κοιμόμουν, καημένη! της είπε ο Γιαννάκης.
-Όχι, αγαπημένε μου. εγώ για σένα ήρθα εδώ. Ξύπνα! Έλα να ζήσουμε μαζί…



«Απ’ τα παιδικά μας χρόνια» παιχνίδια και παραμύθια – Νάτσης Μπόλος

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

H χρυσόκουπα, από τη συλλογή του Νάτση Μπόλου


Στην άκρη ενός ποταμού είχε την καλύβα της μια φτωχή γυναίκα και ζούσε εκεί μαζί με το παιδί της.  Η μόνη δουλειά που έκανε το φτωχόπαιδο ήταν το ψάρεμα.  Έπιανε ψάρια κάθε μέρα στο ποτάμι και τα πουλούσε.  Κάποια μέρα όμως τα δίχτυα του δεν έβγαλαν κανένα ψάρι.  Κατά το δειλινό, γυρίζοντας άπραχτο, έριξε και μια φορά το δίχτυ.  Το παράξενο!  Και πάλι τίποτε.  Μα μέσα στο δίχτυ ήταν ένα στρογγυλό αντικείμενο.  Το πήρε, το κοίταξε και κείνο άστραφτε.  Ήταν μια μαλαματένια κούπα.

«Τι να σε κάνω;», μονολογούσε σαν βγήκε στην άκρη.  «Δεν είσαι ψάρι.  Είσαι ένας γυαλιστερός τενεκές!  Στο σπίτι μου θέλω ψάρια, πολλά ψάρια.  Να φάω με τη μάνα μου, να πουλήσω και στην αγορά». 

Και το παιδί έπιασε τα μάτια με τα χέρια του και βυθίστηκε σε συλλογή.  Ύστερα από λίγο άνοιξε τα μάτια του και κίνησε να φύγει.  Μα τι να δει!  Δεν μπορούσε να σηκώσει το δίχτυ του. Ήταν γεμάτο ψάρια.  Το ανέβασε με κόπο στην καλύβα και δε συγκρατούνταν από τη χαρά και τη συγκίνηση.  Στη μητέρα του όμως δε μαρτύρησε πως βρήκε όλα εκείνα τα ψάρια.  Της έδειξε μονάχα την κούπα και την έστειλε να ζητήσει για νύφη την κόρη του βασιλιά.

-Τι λες, γιε μου; του είπε παραξενεμένη η μάνα του.  Η βασιλοπούλα νύφη μας;

Ο γιος της όμως επέμενε.  Και η μάνα αποφάσισε, πέρασε το ποτάμι και πήγε αντίπερα στα παλάτια του βασιλιά.

-Αν κι ο γιος σου, της είπε ο βασιλιάς, θα φτιάξει ένα παλάτι σαν το δικό μου, δική του η κόρη μου!

Ο φτωχογιός είπε το βράδυ είπε το βράδυ της χρυσόκουπας την επιθυμία του και το πρωί, στη θέση της καλύβας, υψωνόταν ένα μεγαλειώδικο παλάτι, καλύτερο από του βασιλιά.

Η μητέρα του μοναχογιού πήγε ξανά στο βασιλιά.

-Θέλω να φτιάσει κι ένα μεγάλο γιοφύρι από το παλάτι μου ως το δικό σας.

Το άλλο πρωί και το γιοφύρι ήταν έτοιμο.  Ο βασιλιάς ετοίμασε την κόρη του και κάτι της ψιθύρισε στο αυτί.

Η βασιλοπούλα έγινε νύφη της φτωχής χήρας.  Το βράδυ, σαν πήγαν να πλαγιάσουν, παρακάλεσε τον άντρα της να της πει πως μπορεί και κάνει όλα αυτά τα θαύματα.  Και κείνος της διηγήθηκε όλη την ιστορία και της έδειξε τη χρυσόκουπα, που κρατούσε κάτω από το μαξιλάρι του.  Η κόρη του βασιλιά περίμενε όσο κοιμήθηκε ο άντρας της, πήρε την κούπα κι έφυγε για το παλάτι της.  Βγαίνοντας έξω είπε της κούπας να κάμει το καινούριο παλάτι πάλι καλύβα και, σαν πέρασε και το γιοφύρι, με τη βοήθεια της κούπας το χάλασε στο λεπτό.  Ευχαριστήθηκε κι αυτή κι ο πατέρας της, που τη συμβούλεψε.

Το πρωί ο γιος της χήρας βρέθηκε στο πρώην φτωχοκάλυβο.  Έκλαψε πολύ μπροστά στη μάνα του, όχι γιατί έχασε τη βασιλοπούλα και το παλάτι, αλλά γιατί δεν είχε μαρτυρήσει στη μάνα του το μυστικό της χρυσόκουπας.  Της διηγήθηκε τη συνέβη και κείνη τον καθησύχασε.

-Άκουσε, παιδί μου, του είπε.  Εσύ τα έπαθες αυτά γιατί περιφρόνησες τους ανθρώπους της σειράς μας, τους απλούς και αγαθούς ανθρώπους, που μας πρέπουν και τους πρέπουμε.  Ζήλεψες τη βασιλοπούλα.  Οι πλούσιοι, παιδί μου, είναι κακοί και χειρότεροι από όλους τους βασιλιάδες.  Γι’ αυτό μη στενοχωριέσαι.  Κι εμείς θα ζήσουμε με τη φτώχεια μας.

Η γάτα του σπιτιού κατάλαβε την ανησυχία και πήγε στο παλάτι του βασιλιά.  Μπήκε σε όλα τα δωμάτια ώσπου βρήκε την κούπα και νύχτα την πήρε στα δόντια της και ξεκίνησε για το φτωχοκάλυβο.  Πηδώντας μια πέτρα στη μέση στο ποτάμι, της έπεσε η κούπα στο νερό.  Πήγε κι αυτή στενοχωρημένη στο σπίτι και διηγήθηκε στον νοικοκύρη της, τι της συνέβη.

Την άλλη μέρα ο λεβέντης άρπαξε τα δίχτυα του, ανέβηκε στη βάρκα και μπήκε στο ποτάμι.  Απόλυσε το δίχτυ στο βυθό και ύστερα από κάμποσα σβαρίσματα έβγαλε επιτέλους τη χρυσόκουπα.

Ο γιος της φτωχής χήρας έφτιασε πάλι ένα παλάτι, καλύτερο από το πρώτο.  Για γυναίκα διάλεξε την καλύτερη κοπέλα της φτωχογειτονιάς.  Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!



«Απ’ τα παιδικά μας χρόνια» παιχνίδια και παραμύθια – Νάτσης Μπόλος

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Το αστρί και το φεγγάρι, από τη συλλογή του Νάτση Μπόλου

Ένας νέος ανύπαντρος βασιλιάς ήθελε να διαλέξει μια από τις καλύτερες κοπέλες της πολιτείας για γυναίκα του. Και σαν βασιλιάς που ήταν και είχε τη δύναμη όλη στα χέρια του, διέταξε να σβήσουν, ως και στα σπίτια μέσα, όλα τα φώτα στην πολιτεία ένα βράδυ. Και έβαλε ανθρώπους να κρυφακούνε στα σπίτια και να του πουν τι θα άκουγαν.

Από όσα έμαθε την άλλη μέρα, του έκαμε μεγαλύτερη εντύπωση η συζήτηση τριών αδερφάδων ενός φτωχόσπιτου.

Η πρώτη είχε πει: «Αν παντρευτεί εμένα το βασιλόπουλο, θα του σιγουρεύω το ψωμί που χρειάζεται να φάει ο στρατός τους».

Η δεύτερη είχε πει: «Αν παντρευτεί εμένα το βασιλόπουλο, θα του σιγουρέψω το προσφάι που χρειάζεται να φάει ο στρατός του».

Η τρίτη είχε πει: «Αν παντρευτεί εμένα το βασιλόπουλο, θα γίνω η καλύτερη μητέρα. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Το αγόρι θα ‘χει ζωγραφισμένο στο μέτωπό του το φεγγάρι. Το κορίτσι θα ‘χει στο μέτωπό του το λαμπρότερο αστέρι».

Το βασιλόπουλο αποφάσισε να παντρευτεί την τρίτη αδερφή. Οι δυο άλλες κακοφανίστηκαν και προσπάθησαν να μπουν και κείνες στο παλάτι μαζί της. και το πέτυχαν. Έπεισαν τον βασιλιά ότι θα φροντίζουν την αδερφή τους και τα μικρά τους παιδάκια. Έγινε μεγάλος γάμος και το βασιλόπουλο κάλεσε πολλούς από τους ανθρώπους της απλής και καλόκαρδης νύφης.

Κόντευε να περάσει χρόνος από τότε και ο βασιλιάς μπήκε σε πόλεμο. Σίγουρος όμως ότι η γυναίκα του θα του χάριζε ένα αγοράκι φεγγαρομέτωπο κι ένα κορίτσι που θα λάμπει σαν το άστρι της αυγής, τράβηξε για το μέτωπο με θάρρος και με ελπίδα ότι θα γυρίσει νικητής. Κι έτσι κι έγινε. Το βασιλόπουλο αυτό, ο βασιλιάς του τόπου δηλαδή, γύρισε νικητής ύστερα από τρεις – τέσσερεις μήνες.

Στο μεταξύ, η καλή του γυναίκα έκαμε αλήθεια δυο δίδυμα, ένα φεγγαρομέτωπο αγόρι και μια αστροστολισμένη κόρη. Οι αδερφές της όμως που τη φρόντιζαν, επειδή τη μισούσαν και ήθελαν να γίνουν αυτές βασίλισσες, βρήκαν την ευκαιρία που έλειπε ο βασιλιάς, έκλεισαν τα δυο δίδυμα σε ένα όμορφο κασονάκι και το ‘ριξαν στη θάλασσα. Στη σαμαρίτσα των μικρών έβαλαν δυο γατάκια. Φοβέρισαν την αδερφή τους ότι θα τη φαρμακώσουν και περίμεναν χαρούμενες να γυρίσει ο βασιλιάς.

Ο βασιλιάς, που γύρισε νικητής από τον πόλεμο, αντί για παιδιά βρήκε δυο γατάκια. Και το πίστεψε αυτό, γιατί στην υπηρεσία της γυναίκας του είχε τις δυο αδερφές της. οργίστηκε κατά της άκακης γυναίκας και της καθόρισε να μείνει σε μια γωνιά στο διάδρομο του παλατιού, για να τη φτύνουν όσοι θα επισκέπτονται τον βασιλιά.

Το σεντουκάκι με τα δυο δίδυμα το βρήκε στη θάλασσα ένας ψαράς. Το πήρε, το άνοιξε και είδε να λάμπουν τα δυο τους σαν ο αυγερινός και σαν το φεγγάρι. Τα μεγάλωσε με ενδιαφέρον και υποψιάστηκε ότι τα παιδιά αυτά, τα τόσο όμορφα και λαμπρά από την ώρα που γεννήθηκαν, πρέπει να σχετίζονται με τα λόγια της φτωχής κοπέλας, που έγινε βασίλισσα. Σαν έμαθε ότι ο βασιλιάς βρήκε στην κούνια των παιδιών δυο γατάκια, φαντάστηκε ότι αυτά τα δυο παιδάκια θα ήταν παιδιά του βασιλιά.

Τα ψυχοπαίδια του ψαρά μεγάλωσαν κι άρχισαν να βγαίνουν στο παζάρι. Κάποια μέρα τα αγνάντεψε ο βασιλιάς, όμορφα και καλοκαμωμένα, που έλαμπαν σαν το φεγγάρι του Αυγούστου και σαν το αστέρι της αυγής. Τα πλησίασε και τα ρώτησε ποιοι είναι οι γονείς τους.

-Εμείς έχομε μονάχα πατέρα, απάντησαν καλόκαρδα τα παιδάκια. Είναι ο ψαράς που κάθεται σε κείνη την καλύβα, και του ‘δειξαν προς την παραλία.

Ο βασιλιάς προσκάλεσε στο παλάτι του τον ψαρά με τα δυο παιδιά, γιατί τα μάτια τους σαν κάτι να του ‘λεγαν. Τώρα, ο ψαράς πείστηκε περισσότερο ότι τα παιδιά ήταν πραγματικά εκείνα που υποψιάστηκε, όμως δεν είχε πώς να το αποδείξει. Γι’ αυτό κι έτρεξε πρόθυμος στο παλάτι μήπως εξακρίβωνε κάτι για να αποδείξει την υποψία του.

Σαν μπήκαν στο παλάτι, είδαν σε μια γωνιά μια γυναίκα περιφρονημένη, με πονεμένη ψυχή να κοιτάζει τα παιδιά με θλίψη και με κρυφή και τελευταία ελπίδα.

-Φτύστε την παιδιά μου, τους είπαν οι υπηρέτες του βασιλιά.
-Τι μας έκαμε για να τη φτύσουμε; Είπαν τα παιδιά με απορία. Και χωρίς να χασομερήσουν, ρίχτηκαν στην αγκαλιά της, χωρίς να ξέρουν γιατί.

Οι δυο κακές αδερφές υποψιάστηκαν πως θα τους βγουν τα άπλυτα στη φόρα κι ανέβηκαν στο πάνω πάτωμα. Άρχισε τις υποψίες του κι ο βασιλιάς ζήτησε από τις δυο αδερφές να μολογήσουν τι έγινε όταν τέκνησε η αδερφή τους. Την απορία όμως την έλυσε ο ψαράς. Τους διηγήθηκε που βρήκε τα δίδυμα και τους έδειξε και το σεντούκι. Το κασονάκι εκείνο ήταν ένα καλοφτιαγμένο έπιπλο, που το ‘χε η μάνα του βασιλιά ενθύμιο από το πατρικό της. ο βασιλιάς κατάλαβε ότι εδώ μεσολάβησε κάποια σκευωρία. Πίεσε τις κακές αδερφές κι εκείνες υποχρεώθηκαν να μαρτυρήσουν την κακή τους πράξη.

Ο βασιλιάς τις έδιωξε με πομπή κι έκαμε δεύτερο γάμο με την καλή του γυναίκα και τα αστροστολισμένα του παιδιά. Και την καλύβα του ψαρά την έφτιαξε μεγάλο κι αρχοντικό παλάτι.



«Απ’ τα παιδικά μας χρόνια» παιχνίδια και παραμύθια – Νάτσης Μπόλος


Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

Το μήλο της μηλιάς, από τη συλλογή του Νάτση Μπόλου


Ήταν μια φορά κι έναν καιρό μια μάνα με τρία παιδιά. Παιδιά άντρες. Μεγάλα παιδιά. Όμως ανύπαντρα. Είχαν στην αυλή τους μια μεγάλη μηλιά. Μια παράξενη μηλιά, που έκανε κάθε χρόνο από ένα μήλο, μεγάλο και παράξενο. Ολοστρόγγυλο, ολοκόκκινο, που ευωδίαζε όλη η πολιτεία. Ίσα με ένα ταψί ήταν μεγάλο. Αλλά ποτέ δεν δοκίμασαν τα τρία αδέρφια με τη μάνα τους τη νοστιμάδα του. Κάθε χρόνο ερχόταν ένα θηρίο κι έτρωγε το μήλο.

Τα παιδιά αποφάσισαν να καιροφυλάξουν στη μηλιά και να σκοτώσουν το θηρίο. Άρχισε ο μεγαλύτερος αδερφός. Φύλαξε μια νύχτα, δυο νύχτες, τρεις νύχτες. ην τέταρτη νύχτα τον έπιασε ο ύπνος. Ήρθε το θηρίο και του πήρε το μήλο.

Την άλλη χρονιά το ίδιο συνέβη και με τον δεύτερο αδερφό. Το θηρίο έφαγε πάλι το μήλο. Ενώ τον τρίτο χρόνο, ο μικρότερος αδερφός στάθηκε πιο ικανός. Περίμενε το θηρίο μια εβδομάδα. Εφτά νύχτες. Και την όγδοη το άκουσε από μακριά να σέρνεται στη γη βαριά σαν να σβαρίζονταν αλυσίδες.

Το πλησίασε. Του φάνηκε στο σκοτάδι σαν να είχε, σαν να μην είχε πόδια. Όμως του διέκρινε αντίκρυ στον αστροστολισμένο ουρανό σαν ανέβαινε στη μηλιά, ένα παράξενο κεφάλι, με ένα μεγάλο στόμα σαν το στόμα του φούρνου.

Το παλικάρι ζύγωσε με προσοχή στη ρίζα της μηλιάς και, τη στιγμή που το θηρίο κατέβαινε, του ‘μπηξε το σπαθί του στην πλάτη. Μα το θηρίο δεν είχε ούτε μαλλιά ούτε δερμάτι. Το σώμα του ήταν σκεπασμένο με κοκαλένιες πλάκες. Γι’ αυτό και το σπαθί δεν έφτασε ως την καρδιά. Το παιδί κατάλαβε ότι δεν θα σκοτώνονταν με την πρώτη μαχαιριά το θηρίο κι έβγαλε γρήγορα – γρήγορα το σπαθί του για να του το μπήξει για δεύτερη φορά. Όμως το θηρίο του ξέφυγε και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι. Το πρωί τα τρία αδέρφια βρήκαν τα ίχνη του αίματος που χύνονταν από την πληγή και το ακολούθησαν. Κατά το δειλινό έφτασαν σε μια μεγάλη τρύπα. Μπήκε στην τρύπα ο πρώτος. Κατέβηκε αρκετά, μα φοβήθηκε και φώναξε στα αδέρφια του να του τραβήξουν το σχοινί που τον είχαν δεμένο. Επιχείρησε κι ο δεύτερος να μπει στην τρύπα, μα φοβήθηκε και ‘κείνος και τον ανέβασαν γρήγορα.

Ο τρίτος αδερφός μπήκε στην τρύπα με απόφαση. Δέθηκε με το σχοινί και είπε στα αδέρφια του:

-Θα κατέβω ως που να βρω φως. Ύστερα θα λύσω το σχοινί και θα τραβήξω στα φωτισμένα μονοπάτια. Εσείς θα περιμένετε εδώ και θα τραβήξετε το σχοινί, όταν σας φωνάξω εγώ.

Έτσι έγινε. Μόλις αγνάντεψε φως, βαθιά μέσα στη γη, λύθηκε και προχώρησε περπατώντας ώσπου κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο. Βρήκε κι εκεί τα ίχνη του αίματος. Το άγριο θεριό, που έτρωγε το μήλο της μηλιάς, είχε εδώ τη φωλιά του. Ποιος ξέρει τι θα ρήμαζε εδώ κάτω! Ο νέος όμως ήταν αποφασισμένος να το βρει και να το σκοτώσει. Προχώρησε σε ένα στενό δρόμο, μπήκε σε ένα πυκνό δάσος από δέντρα αγνώριστα, βγήκε σε όμορφα λιβάδια και, πέρα, σε μια καταπράσινη πλαγιά, ήταν χτισμένα στη σειρά άσπρα χαμόσπιτα. Σε μια άκρη της πλαγιάς υψώνονταν ένα όμορφο παλάτι.

Το παλικάρι στην κατοικημένη πλαγιά συνάντησε αραδιασμένα χαμοκάλυβα. Χτύπησε τη θύρα του πρώτου. Του άνοιξε μια όμορφη κοπέλα. Τον υποδέχτηκε καλόκαρδα και του έκλαψε ένα μεγάλο χάλι:

-Ξένος και παντάξενος μου φαίνεσαι, του είπε. Δεν είσαι από τα μέρη μας εσύ! Κι εγώ θέλω να φύγω από ‘δω. Θέλω να πάω στον Απάνω Κόσμο, να γλιτώσω…
-Και τι θα κάνεις μόνη σου στον Απάνω Κόσμο; Τη ρώτησε ο θαρραλέος νέος.
-Δεν είμαι μόνη μου, του είπε. Είμαστε τρεις καλλονές. Δεν ξέρουμε, όμως, το δρόμο.
-Και από τι θέλετε να γλιτώσετε και θέλετε να φύγετε από τον τόπο σας
-Γρήγορα ή αργά εδώ θα πεθάνουμε. Θα μας φάει το θηρίο.
-Ποιο θηρίο;
-Εμείς εδώ, στον Κάτω Κόσμο, έχουμε μονάχα μια βρύση με νερό. Κι αυτή τη βρύση τη φυλάει ένα άγριο θηρίο. Την ανοίγει μια φορά το μήνα και, για να την ανοίξει, πρέπει να φάει μια κοπέλα. Ρίχνουμε τα λαχνά και … σε όποια πέσει…

Το παιδί παράτησε για μια στιγμή το θηρίο του και αποφάσισε να ανεβάσει τις κοπέλες στον Απάνω Κόσμο. Μαζί κι αυτός.

Η πρώτη αυτή κοπέλα, το πολυτιμότερο που άφησε στο σπίτι της, ήταν μια χρυσή κούκλα, που έλαμπε στο δωμάτιό της. Πήγαν και στη δεύτερη. Ξεκίνησε και κείνη γρήγορα κι άφησε στο δωμάτιό της ένα άλλο ολόχρυσο κουκλάκι, που παρίστανε έναν γύφτο να χτυπάει τη φλογέρα. Ενώ η τρίτη, η ομορφότερη, άφησε μια χρυσαφένια κλωσσαριά με τα πουλάκια της. Αφού μαζεύτηκαν οι τρεις κοπέλες, τους είπε το καλό παλικάρι:

-Θα σας ανεβάσω στον απάνω κόσμο με μια συμφωνία, αν δεχτείτε, καλά! Αν δεν δεχτείτε, δεν τον ξέρω τον δρόμο!

Οι κοπέλες δέχτηκαν τη συμφωνία. Κι έτσι, σαν θα ανέβαιναν στον Απάνω Κόσμο, θα γίνονταν συννυφάδες. Η πρώτη θα παντρεύονταν τον μεγαλύτερο αδερφό του παλικαριού, η δεύτερη τον δεύτερο αδερφό και η τρίτη αυτόν τον ίδιο.

Έφτασαν έτσι στην ποριά του απάνω κόσμου. Έπιασε ο νιος την άκρη του σχοινιού κι έδεσε την πρώτη κοπέλα. Της έδωσε κι ένα σημείωμα για τον μεγαλύτερο αδερφό. Τα δυο αδέρφια τράβηξαν το σχοινί και σε λίγο η κόρη βρίσκονταν στον απάνω κόσμο. Ξανάριξαν το σχοινί και ύστερα από κάμποση ώρα βρίσκονταν απάνω και η δεύτερη κοπέλα, με ένα σημείωμα προς το δεύτερο αδερφό. Σαν έπεσε ξανά το σχοινί κάτω, η τρίτη κόρη συμβούλεψε το παιδί να δεθεί πρώτα εκείνο και ύστερα αυτή.

-Γιατί; τη ρώτησε το παιδί.
-Γιατί θα με ζηλέψουν τα αδέρφια σου που είμαι ομορφότερη, και σένα θα σε καταστρέψουν. Θα σου κόψουν το σχοινί. Μα να ξέρεις, αν σε απολύσουν στο χάος, θα σου παρουσιαστούν δυο αρνιά. Ένα άσπρο, ένα λάγιο. Εσύ να ανεβείς στο άσπρο κι εκείνο θα σε βγάλει απάνω. Γιατί, αν καβαλικέψεις το λάγιο αρνί, θα σε κατεβάσει κάτω και θα σε πάει αλλού γι’ αλλού.

Ο νέος, όμως, δεν την άκουσε. Πρώτα έδεσε το κορίτσι για τον απάνω κόσμο και ύστερα δέθηκε κι αυτός. Τέταρτος. Εκείνη την ανέβασε, χωρίς σημείωμα. Τα αδέρφια του, σαν την είδαν, τη λιμπίστηκαν και, στο άψε – σβήσε, αποφάσισαν να μην τον φέρουν στον απάνω κόσμο. Γι’ αυτό και, στη μέση της τρύπας του θηρίου, του ‘κοψαν το σχοινί και κείνος κατρακύλησε στο χάος. Πραγματικά, όμως, του παρουσιάστηκαν τα δυο αρνιά. Εκείνος, από τη σύγχυσή του ανέβηκε στο μαύρο αρνί, κι αυτό αντί να ανέβει κατέβαινε, όλο κατέβαινε κι έφτασε πάλι στον κάτω κόσμο. Μα, σαν πετούσε χωρίς δρομολόγιο, έπεσε πάνω στην καλύβα μιας γριάς. Της έσπασε τα κεραμίδια και κείνη έβαλε τις φωνές.

-Μη φωνάζεις, καλή γιαγιά, της είπε με ευγένεια ο νέος. Τα κεραμίδια στα πληρώνω εγώ, εσύ, αν θέλεις, δώσε μου λίγο νερό…
-Νερό, παιδί μου, δεν έχομε. Αύριο θα πάρομε, που θα το ανοίξει το στοιχειό.

Ο τρίτος γιος της φτωχής γυναίκας έμαθε ότι είχαν ρίξει τα λαχνά για την κόρη που θα έτρωγε το θηρίο κι ο κλήρος έπεσε στην κόρη του βασιλιά. Γι’ αυτό και το παλάτι το ‘χαν βάψει κι ακούονταν θρήνος και μοιρολόγια. Αύριο η κόρη του βασιλιά θα γίνονταν τροφή του κακού στοιχειού. Ο ατρόμητος λεβέντης από τον Απάνω Κόσμο αποφάσισε να σκοτώσει το θηρίο. Πρωί – πρωί πήγε στην κλεισμένη βρύση. Εκεί βρήκε την κόρη του βασιλιά. Την καλημέρισε κι έκατσε στην αγκαλιά της.

-Φύγε, καλέ μου, του είπε εκείνη. Γιατί να φάει κι εσένα το στοιχειό;
-Ούτε εμένα, ούτε και σένα θα φάει το κακό στοιχειό, της απάντησε εκείνος.

Σε λίγο ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος σαν εκείνον που άκουσε τη νύχτα που φύλαγε το μήλο της μηλιάς του. Ξεπρόβαλε από ένα μονοπάτι ένα παράξενο στοιχειό, με στόμα μεγάλο ίσα με ένα φούρνο, με ένα λαιμό πιο χοντρό από το κεφάλι του, με τέσσερα ζευγάρια κοντόχοντρα πόδια που τελείωναν σε δυο δυνατά δάχτυλα με νύχια σιδερένια. Τα δόντια του κάτασπρα και σουβλερά, φάνταζαν σαν γιγαντιαία αιχμηρά αυγά. Δεν μετρούσαν πόσα ήταν. Είχε δυο σειρές τέτοια δόντια στο απάνω και δυο σειρές στο κάτω σαγόνι.

Το φοβερό εκείνο ζώο όρμησε προς το παλικάρι, μα εκείνο, σβέλτο και δυνατό όπως ήταν, του ‘μπηξε το σπαθί από την άλλη πλάτη. Εκείνο έκανε ελιγμό για να ξεφύγει μα, δεύτερή μαχαιριά το πετυχαίνει στην καρδιά. Το θηρίο οπισθοχώρησε και θέλησε να μαζέψει τις δυνάμεις του, μα το γενναίο παιδί, με μια τρίτη μαχαιριά, του ‘κοψε τη μεγάλη φλέβα που συνδέει το κεφάλι με το κορμί. Το τρομερό τέρας κρέμασε το κεφάλι του και σωριάστηκε νεκρό.

Η βασιλοπούλα, που έβλεπε όλη αυτή τη σκηνή, δεν ήθελε να πιστέψει στα μάτια της. Ρίχτηκε στην αγκαλιά του νέου, τον αγκάλιασε και τον φιλούσε κι έκλαιγε με ένα ιδιαίτερο παράπονο.

Το παλικάρι έδωσε μια στη βρύση με το σπαθί του, όπως το κρατούσε και ξεχύθηκε το καθαρό νερό άφθονο, για να ποτίσει τα ξηραμένα χείλια των κατοίκων.  Ύστερα άφησε μόνη της την κόρη του βασιλιά κι αυτός πήγε στο σπίτι της γριάς. Κλείστηκε σε ένα δωματιάκι και συλλογιόταν πώς να ανέβει στον απάνω κόσμο.

Ο βασιλιάς, που του γλίτωσε η κόρη από το θηρίο, έβαλε τελάλη σε όλο το βασίλειο και ζήτησε εκείνον που σκότωσε το θηρίο, να του τη δώσει για γυναίκα και για προίκα το μισό βασίλειο.

Πήγαιναν πολλοί κι έλεγαν πως είχαν σκοτώσει το θηρίο, η κοπέλα όμως γνώριζε καλά το παλικάρι που την έσωσε, γι’ αυτό κι όταν αποφάσισε εκείνο και πήγε στο παλάτι, η βασιλοπούλα το γνώρισε από μακριά.

Ο νέος μπήκε στο παλάτι, καλημέρισε το βασιλιά κι εκείνος άρχισε να του δείχνει την περιουσία που του καθόριζε για προίκα.

-Ευχαριστώ, του αντιλογήθηκε ο γενναίος φτωχογιός. Εγώ ζητώ μια άλλη χάρη. Δεν έσωσα την κόρη σου για να την κάμω γυναίκα. Εγώ είμαι ένας απλός άνθρωπος και έκαμα ό,τι κάνουν όλοι οι απλοί καλοί άνθρωποι. Μπορούσα, γι’ αυτό έπρεπε να σκοτώσω το θηρίο. Δεν έκαμα τίποτε άλλο πάνω από τη δύναμή μου… Άλλο ήρθα να ζητήσω, που δεν μπορώ να το κάμω μόνος μου. θέλω να πάω στην πατρίδα μου, στον απάνω κόσμο.

Ο βασιλιάς πρόθυμος, μάζεψε τα κοράκια και τους ανέθεσε το καθήκον. Εκείνα ζήτησαν μονάχα κρέας και νερό. Κι ο βασιλιάς, έδωσε στο παιδί κανίστρες με κομμάτια κρέας, πλόσκες με νερό κι ένα μεγάλο σακούλι με φλωριά. Τα κοράκια έβαλαν στα φτερά τους το παλικάρι και το ανέβασαν στην τρύπα του θηρίου. Κι όταν φώναζαν «κρα – κρα» τους έδινε κομμάτια κρέας, όταν φώναζαν «κρο-κρο», τους έδινε νερό. Ύστερα, όμως, από κάμποση ώρα τελείωσε το κρέας και όταν τα κοράκια φώναξαν «κρα – κρα» έκοψε ένα κομμάτι από το πόδι του και τους το έδωσε. Τα κοράκια το κατάλαβαν και είπαν μεταξύ τους: «το κριγιάσι μυρίζει ανθρωπίλα», γι’ αυτό κι ώσπου βγήκαν στην κορυφή φώναζαν μονάχα «κρο – κρο». Εκεί άφησαν το παλικάρι, το ευχαρίστησαν, γιατί έκοψε το πόδι του γι’ αυτά, του ‘δωσαν ξανά το κομμένο κρέας μαζί με τρία φτερά. Όταν καμιά φορά θα είχε ανάγκη, να ‘καιγε ένα φτερό και θα του μαζεύονταν όλα τα κοράκια να τον εξυπηρετήσουν.

Ο τρίτος αδερφός, κουτσά – κουτσά, έφτασε στην πολιτεία του και χτύπησε την πρώτη θύρα. Του άνοιξαν και τον υποδέχτηκαν. Ο ξένος τους ζήτησε να μείνει στο σπίτι αυτό ώσπου να γερέψει το πόδι του. Ο νοικοκύρης, που ήταν χρυσοχόος, του ‘δωσε κάθε βοήθεια.

Στο μεταξύ, τα δύο αδέρφια παντρεύτηκαν τις δυο κοπέλες, ενώ την τρίτη την παζάρευαν με τον γιο του βασιλιά.
Στην πρώτη πρόταση του βασιλόπουλου, η κοπέλα ζήτησε να της φτιάξει μια χρυσή κούκλα, σαν εκείνη που είχε η πρώτη κοπέλα στην καλύβα της στον κάτω κόσμο. Και το βασιλόπουλο πήγε στον χρυσοχόο και παράγγειλε την κούκλα. Ο χρυσικός, που είχε καταλάβει για ικανό παιδί τον ξένο που φιλοξενούσε, θέλησε να τον συμβουλευτεί πρώτα κι ύστερα να ‘δινε απάντηση στο βασιλιά. Ο ξένος σιγούρεψε τον χρυσικό και ανέλαβε την παραγγελία. Ζήτησε μονάχα σαράντα οκάδες κρασί και σαράντα οκάδες καρύδια. Την άλλη μέρα ξεφορτώθηκαν στο δωμάτιο του ξένου τα καρύδια και το κρασί.

-Σε σαράντα μέρες, είπε στον χρυσικό, έλα να πάρεις την κούκλα.

Ο γιος της φτωχής γυναίκας έκαψε ένα φτερό, που το ‘δωσαν τα κοράκια και κείνα μαζεύτηκαν τριγύρω. Τους έδωσε το κλειδί της πρώτης καλύβας του Κάτω Κόσμου και τα παράγγειλε να φέρουν τη χρυσή κούκλα που ήταν μέσα. Στις τριάντα εννιά μέρες η κούκλα ήταν στα χέρια του παιδιού. Την έδωσε του χρυσικού κι εκείνος στο βασιλόπουλο.

Σαν είδε η κοπέλα την κούκλα από τον κάτω κόσμο, κατάλαβε ότι ο χρυσικός ήξερε στα σίγουρα που βρίσκονταν ο λεβέντης της. Μα, για να πειστεί καλύτερα, ζήτησε από το βασιλόπουλο να φτιάξει ένα ολόχρυσο κουκλάκι, που να παριστάνει έναν γύφτο με τη φλογέρα του. Αφού της ήρθε κι αυτό όπως και το πρώτο δώρο, ζήτησε και την κλωσσαριά με τα πουλιά που είχε στην καλύβα της. Ο χρυσικός, με τη βοήθεια του ξένου, έφερε και τη χρυσαφένια κλωσσαριά.

Η κόρη ήταν πολύ βέβαιη πια ότι ο άξιος τρίτος αδερφός βρίσκονταν στην πόλη, γι’ αυτό είπε στο βασιλόπουλο να οργανώσει γυμναστικές επιδείξεις και να υποχρεώσει όλους τους νέους να βγουν στο γυμναστήριο. Στο μεταξύ είχαν περάσει περισσότερο από τέσσερεις μήνες και το πόδι του νέου είχε γίνει καλά, μα, επειδή έμενε μέσα όλο αυτό το διάστημα, δεν μπορούσε να περπατήσει καλά. Γι’ αυτό και πήρε ένα άλογο να αγωνιστεί στην ιππασία. Την καθορισμένη μέρα ήρθε και κείνος καβαλάρης και πέρασε τρέχοντας ανάμεσα στο πλήθος. Για να μην τον προσέξουν και τον γνωρίσουν, έριχνε χρήματα στους θεατές και κείνοι έτρεχαν να πιάσουν λίρες, χωρίς να προσέχουν τον καβαλάρη.

Την πρώτη μέρα έφυγε. Η κόρη όμως υποψιάστηκε πολύ ότι ο πλούσιος καβαλάρης είναι ο τρίτος αδερφός, γι’ αυτό και παρακάλεσε το βασιλιά την άλλη μέρα να τον αρπάξουν από το άλογο. Ο βασιλιάς εκπλήρωσε την επιθυμία της κι ο καβαλάρης, που σπαταλούσε τα χρήματα, οδηγήθηκε στον βασιλιά. Εκεί και η κοπέλα. Μπροστά της τώρα δυο παλικάρια: το βασιλόπουλο και το άξιο παιδί που την ανέβασε στον κάτω κόσμο. Και τα δυο λεβεντόπαιδα και όμορφα. Μα ένα βασιλόπουλο κι ένα εργατόπουλο. Εκείνη όμως ήταν αποφασισμένη. Προτιμούσε το παιδί της χήρας. Και κείνο πήρε. Και για να μην κακοκαρδίσει το βασιλόπουλο, του είπε ταπεινά:

-Εγώ είμαι μια φτωχή κοπέλα και δεν μου ανήκει να είμαι βασίλισσα. Αυτό το κουτσό παιδί είναι η τύχη μου. Βασιλιά μου, εσύ πολυχρονεμένος και μείς στο φτωχικό μας!

Έτσι, η όμορφη κι έξυπνη αυτή κοπέλα παντρεύτηκε το άξιο κι αποφασιστικό παιδί της μάνας κι έζησαν αγαπημένοι κι ευτυχισμένοι, τιμημένοι κι ασπροπρόσωποι κι όχι ντροπιασμένοι και καταφρονεμένοι σαν τα άλλα δυο μεγαλύτερα αδέρφια, που ζήλεψαν τον ικανό και του ‘κοψαν το σχοινί.

-Ντροπή τους παιδιά μου, μας έλεγε η γιαγιά. Ήταν ανίκανα και κακά αδέρφια. Εσείς να γίνετε γενναίοι και καλόκαρδοι σαν ο τρίτος.


«Απ’ τα παιδικά μας χρόνια» παιχνίδια και παραμύθια – Νάτσης Μπόλος


Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Το κιλίμι της μάνας, από τη συλλογή του Νάτση Μπόλου


Ήταν μια φορά κι έναν καιρό μια γυναίκα, χήρα και φτωχή με τρία παιδιά.  Τα παιδιά της μεγάλα, της δουλειάς.  Έκοβαν ξύλα και τα πουλούσαν στην αγορά.  Η μάνα τους ύφαινε κιλίμια, χαλιά δηλαδή και ζούσαν φτωχικά, μα ήσυχα και τιμημένα.

Κάποια μέρα, που τελείωσε της μητέρας το υφάδι, έβγαλε τον αργαλειό στην αυλή, μάζεψε τις αχτίνες του ήλιου, τις έκαμε υφάδι και τελείωσε ένα λαμπρό κιλίμι, που αστραφτοβολούσε κι έφεγγαν οι ράχες απ’ αντίκρυ.  Μα εκεί που το τίναζαν τα τρία παιδιά με τη μάνα τους, φύσηξε ένας δυνατός αέρας και το κιλίμι πέταξε ψηλά κι έφυγε προς τα κει που κρούει ο ήλιος.

Η φτωχή μητέρα λυπήθηκε πολύ, γιατί έχασε το καλύτερό της έργο.  Και κλαίγοντας από τη στενοχώρια της, έχασε το φως από τα μάτια της.  Το μεγαλύτερο παιδί θέλησε να την καθησυχάσει.

-Μη στεναχωριέσαι, μάνα μου, θα πάω εγώ και θα βρω το κιλίμι.

Ξεκίνησε ο πρώτος γιος της μάνας προς την Ανατολή.  Αφού περπάτησε δώδεκα μέρες και δώδεκα νύχτες, βρήκε μια γριά μάγισσα σε ένα έρημο σπίτι.  Την καλημέρισε και τη ρώτησε μήπως είδε να πετάξει από αυτά τα μέρη κάποιο κιλίμι προς την Ανατολή.

-Το είδα, παιδί μου, από δω πέρασε.  Μα το πήραν οι νεράιδες.  Αν θέλεις να το βρεις, βγάλε το δόντι σου, βάλτο σε κείνο το μαρμαρωμένο άλογο που είναι στην αυλή μου, καβαλίκεψέ το και κείνο θα σε πάει στις νεράιδες.  Θα περάσεις από ένα αναμμένο βουνό.  Να μη φοβηθείς.  Θα πετάξει το άλογο και θα σε περάσει χωρίς να πάθεις τίποτε.  Ύστερα θα βρεις ένα παγωμένο βουνό.  Ούτε εκεί μη φοβηθείς.  Πάλι το γρήγορο άλογο θα σε περάσει και θα σε πάει στις νεράιδες.  Να μη φοβηθείς καθόλου σε αυτά τα τρομερά βουνά, γιατί, τόσο είναι, χάνεσαι για πάντα αν χάσεις το θάρρος σου.

Το παιδί κιτρίνισε στο πρόσωπο και η γριά κατάλαβε ότι δεν ήταν αποφασισμένο.  Γι’ αυτό και του ‘δωσε ένα ψωμί και του είπε:

-Άιντε, παιδί μου.  Δεν είσαι για τέτοια εσύ.  Γύρισε πίσω, στο φτωχοκάλυβό σου. 

Σαν γύρισε άπραχτος ο πρώτος αδερφός, επιχείρησε ο δεύτερος.  Κι εκείνος, όμως, ως τη γριά μάγισσα έφτασε.  Φοβήθηκε από τα λόγια της και γύρισε πίσω.

Όμως, δεν συνέβη το ίδιο με τον τρίτο αδερφό.  Μόλις η γριά μάγισσα τελείωσε τη συμβουλή της, εκείνος έβγαλε το δόντι του, το ‘βαλε στο μαρμαρωμένο άλογο, το καβαλίκεψε κι εκείνο τρέχοντας έφτασε στο αναμμένο βουνό.

Πέρασε τραγουδώντας το αναμμένο βουνό, διάβηκε λεβέντικα το παγωμένο κι έφτασε στις όμορφες νεράιδες.  Εκείνες θαύμασαν σαν είδαν έναν λεβέντη καβαλάρη και τον περιτριγύρισαν.  Ο νιος έβγαλε το σπαθί από τη θήκη του και ζήτησε με θυμό το κιλίμι της μάνας του.

-Δεν το πήραμε να το κρατήσουμε, λεβέντη, του είπαν οι νεράιδες.  Θα το συμπληρώσουμε και θα το πάρεις πιο λαμπρό απ’ ό,τι είναι.

Κι έτσι έγινε.  Ύστερα από τρεις μέρες μια νεράιδα, η ομορφότερη από όλες, του ‘φερε το κιλίμι και τον χαιρέτησε.  Ο νέος το φόρτωσε στο άλογο, καβαλίκεψε και, σαν πέρασε, και μια φορά ακόμα το παγωμένο και το αναμμένο βουνό, έφτασε στη γριά μάγισσα.

-Μπράβο σου, παλικάρι.  Εσύ είσαι παιδί της μάνας.



Η γριά του τύλιξε στο κιλίμι πολλά χρήματα και τον συμβούλεψε να μην τα ανοίξει ώσπου να πάει στη μητέρα του.  Του έδωσε κι ένα ζευγάρι σαντάλια που, όταν τα έβαζε στα πόδια του, πετούσαν.  Με αυτά τα σαντάλια, την άλλη μέρα το μεσημέρι ο άξιος γιος έφτασε στο σπίτι του.  Άνοιξαν το κιλίμι στην αυλή με τα άλλα αδέρφια, ενώ η μάνα προσπαθούσε να το γνωρίσει με το ψηλάφισμα.

Σαν το ξεδίπλωσαν τελείως, εκείνο έλαμψε περισσότερο από πρώτα.  Στο κέντρο του ήταν αραχνοκεντημένη η φιγούρα της νεράιδας, που του το παράδωσε και δυο χούφτες φλωριά από τη γριά μάγισσα.  Τη μητέρα των παιδιών σαν να την έκαψε κάτι στα μάτια της,  άρχισε να τα τρίβει δυνατά και σε λίγο της άνοιξαν κι άρχισε να βλέπει όπως πρώτα.  Η αραχνοκεντημένη νεράιδα δυνάμωσε σιγά – σιγά στην όψη και, σε λίγο σηκώθηκε κάτι σαν αχνός από τη μέση από το κιλίμι κι ανάμεσα μια μεγαλόπρεπη κοπέλα χαμογελούσε της πονεμένης μάνας.  Ήταν η καλύτερη νεράιδα.

-Μ’ έστειλα η μοίρα σύντροφο στο άξιο παλικάρι, που αψηφάει τον κίνδυνο και αγαπάει τόσο πολύ τη μάνα του.

Έπιασε με το ένα χέρι την ευτυχισμένη μητέρα και με το άλλο το ατρόμητο παιδί και προχώρησαν προς το φτωχόσπιτο.  Το κιλίμι σηκώθηκε ανάλαφρα και μπήκε μόνο του μέσα.  Έφεξαν τα δυο δωματιάκια και στη θέση του φτωχόσπιτου υψώθηκε, χωρίς να καταλάβει κανένας, ένα παλατάκι, για την πονεμένη μάνα και για το καινούργιο ζευγάρι.  Την ίδια μέρα έγινε μεγάλος γάμος,  η μάνα κάθονταν ευτυχισμένη στην κορφή στο τραπέζι και, δίπλα της, ο λεβέντης της με τη νεράιδα – νύφη. 

Κι εγώ παιδιά μου, τώρα έρχομαι από ‘κει και είδα το γλέντι που έκαμε όλο το χωριό στο καινούργιο παλάτι.

-Τα δυο άλλα αδέρφια, γιαγιά;
-Τα δυο άλλα κουβαλούσαν ξύλα για το γάμο.  Δεν ήταν άξια.  Έμειναν με τη δουλειά που είχαν.  Πουλούσαν ξύλα στην αγορά…



«Απ’ τα παιδικά μας χρόνια» παιχνίδια και παραμύθια – Νάτσης Μπόλος

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Ο κλεμμένος βασιλιάς, από τη συλλογή του Νάτση Μπόλου


Κυβερνούσε, μια φορά, μια φτωχή χώρα ένας πλούσιος βασιλιάς.  Ένας βασιλιάς που φρόντιζε μονάχα να γεμίσει ολόκληρα σεντούκια με φλωριά.  Γι’ αυτό και ερήμωσε τη χώρα που τον είχε και φτώχυνε τον λαό της.  Κανένας δεν τον αγαπούσε και προσπαθούσαν οι άνθρωποι να απαλλαχτούν από αυτόν και να τον ζημιώσουν.  Μα χρόνια παλιά, πολύ παλιά.  Οι άνθρωποι νόμιζαν ότι και με το κλέψιμο θα μπορούσαν να ζημιώσουν τον βασιλιά τους. Αποφάσισε ένας κάποιος, που ζήλεψε τα πλούτη του βασιλιά του, να μπει στο παλάτι να του κλέψει χρήματα.  Και μπήκε,  πήρε όσα μπορούσε κι έφυγε.

Μαθεύτηκε το κλέψιμο του παλατιού σε όλο το βασίλειο και στα άλλα βασίλεια.  Όλοι κατηγόρησαν τον βασιλιά σαν ανίκανο, που δεν μπόρεσε να φυλάξει τον χαζνέ του.  Μα πιο πολύ τον κατηγόρησε ένας άλλος βασιλιάς, που, όταν το έμαθε, γέλασε τόσο δυνατά, ώσπου κόντεψε να ακούσει τα γέλια ο βασιλιάς που του ‘κλεψαν τα χρήματα.  Ο κατηγορούμενος βασιλιάς έμαθε τι έλεγε ο κόσμος σε βάρος του, περισσότερο όμως του κακοφάνηκε με τον βασιλιά που … γέλασε πολύ. Τότε, δεν υπήρχαν εφημερίδες και ραδιόφωνα.  Ήταν οι τελάληδες.  Κι ο βασιλιάς ειδοποίησε τους τελάληδες και κείνοι φώναξαν σε όλο το βασίλειο:

-Όποιος έκλεψε τον χανζέ του βασιλιά, να παρουσιαστεί στο παλάτι να πάρει άλλα τόσα!

Ο κλέφτης πείστηκε και παρουσιάστηκε στον βασιλιά.

-Θα σου δώσω άλλα τόσα φλωριά, του είπε, αν μου φέρεις εδώ ζωντανό τον άλλον βασιλιά, διαφορετικά θα σου πάρω το κεφάλι!

Ο κλέφτης δέχτηκε.  Ζήτησε από τον βασιλιά δέκα μουλάρια με μεγάλα κουδούνια στο λαιμό.  Ζήτησε ένα σεντούκι μέλι, ένα σεντούκι με φτερά κι ένα σεντούκι άδειο.  Ύστερα από κάμποσες μέρες το καραβάνι με τα δέκα μουλάρια ζύγωνε στην πρωτεύουσα που είχε το παλάτι του ο βασιλιάς που γέλασε δυνατά.

Ο καρβανάρης κατέβηκε από το πρώτο μουλάρι που ήταν καβάλα και βούλωσε όλα τα κουδούνια.  Ξεπέζεψε κοντά στο παλάτι και παρουσιάστηκε σαν μεγάλος έμπορος.  Πλησίασε με τρόπο τους θυρωρούς του βασιλιά, τους πλήρωσε ακριβά και τον άφησαν να ξεφορτώσει στον κήπο του παλατιού.  Τους ξαναπλήρωσε για να τον αφήσουν να μπει στο δωμάτιο του βασιλιά, όταν εκείνος θα κοιμάται.  Κι έτσι έγινε.

Μια νύχτα, μόλις πέρασαν τα μεσάνυχτα κι ο βασιλιάς κοιμόνταν του καλού καιρού, ο καρβανάρης ξεγυμνώθηκε και μπήκε στο σεντούκι με το μέλι.  Όπως ήταν αλειμμένος με μέλι, μπήκε στο σεντούκι με τα φτερά και, σκεφτείτε, φάνηκε σαν ένα παράξενο πουλί.  Πήρε και μια βέργα.  Μπήκε στο δωμάτιο του βασιλιά, του τράβηξε το πάπλωμα και τον χτύπησε με τη βέργα.  Εκείνος, τρομαγμένος, άνοιξε τα μάτια.

-Μη μιλάς!, του είπε το παράξενο πουλί.  Είμαι ο άγγελος που παίρνει τις ψυχές των ανθρώπων.  Ήρθα να πάρω και σένα!  Έμπα γρήγορα σε αυτό το σεντούκι.  Κι αν ακούσεις κουδούνια, θα πας στον παράδεισο, αν δεν ακούσεις κουδούνια, θα πας στην κόλαση!

Του άνοιξε το άδειο σεντούκι, τον έκλεισε μέσα και τον φόρτωσε σε ένα μουλάρι.  Πλύθηκε και καθαρίστηκε από το μέλι και τα φτερά, φορέθηκε, ξεβούλωσε τα κουδούνια, καβαλίκεψε κι αυτός στο πρώτο μουλάρι και το καραβάνι ξεκίνησε.  Ο βασιλιάς, σαν να ησύχασε λίγο που άκουσε κουδούνια και παραξενεύονταν με τον εαυτό του, πως μπορεί να ακούσει αφού είναι πεθαμένος!

Επιτέλους, κάποτε έφτασε ο καρβανάρης με τα δέκα μουλάρια και το φορτωμένο βασιλιά στο παλάτι του άλλου βασιλιά, που του είχε κλέψει το θησαυρό.  Ανέβασαν το σεντούκι, που είχε κλεισμένο τον κλεμμένο βασιλιά, στο μεγάλο σαλόνι του παλατιού.



Μαζεύτηκαν γύρω ο βασιλιάς του τόπου και οι αυλικοί του παλατιού.  Ο κλέφτης του θησαυρού και του βασιλιά άνοιξε το σεντούκι και σηκώθηκε ο ξένος, με τις πιζάμες του και τα νυχτικά του για να μπει στον … παράδεισο.  Ξαφνιάστηκε σαν είδε ότι βρισκόταν σε ένα ξένο παλάτι, μπροστά σε ξένους ανθρώπους.  Νόμισε πως ονειρευόταν.  Τσιμπούσε τα πόδια του και δάγκανε τα δάχτυλά του για να καταλάβει αν κοιμάται ή είναι ξύπνιος.

-Ε!, του φώναξε περήφανος ο βασιλιάς του τόπου. Κατάλαβες, τώρα, πόσο σου αξίζει το δεμάτι;  Τι ζητάς στο παλάτι μου; Γέλασες με τα μεγάλα, όταν έμαθες που μου ‘κλεψαν τον χαζνέ.  Τώρα, που εσένα σ’ έκλεψαν ολόκληρο, τι πρέπει να κάμω εγώ;

Ο κλεμμένος βασιλιάς κατάλαβε ότι δεν πρέπει να κοροϊδεύει και να χαίρεται με τα χάλια των άλλων.  Κατέβασε τα μάτια του και δέχτηκε κάθε ταπείνωση.

Ο βασιλιάς του τόπου πλήρωσε καλά τον κλέφτη και βοήθησε τον κλεμμένο βασιλιά να γυρίσει στο βασίλειό του.


«Απ’ τα παιδικά μας χρόνια» παιχνίδια και παραμύθια – Νάτσης Μπόλος